Χρίστο Σμύρνενσκι ( 29 Σεπτεμβρίου 1898 - 18 Ιουνίου 1923 )

 

Ο Χρίστο Ντιμιτρόφ Ιζμιρλίεφ ( 29 Σεπτεμβρίου 1898 - 18 Ιουνίου 1923), γνωστός ως Χρίστο Σμύρνενσκι (Христо Смирненски), ήταν Βούλγαρος ποιητής, από τους κύριους εκφραστές της βουλγαρικής λογοτεχνίας των αρχών του 20ου αιώνα. Το ψευδώνυμο Σμύρνενσκι (Σμυρναίος, ο εκ Σμύρνης) προέρχεται από την απόδοση του επιθέτου του, Ιζμιρλίεφ (Ιζμίρ = Σμύρνη), στη βουλγαρική.
Παρά τον πρόωρο του θάνατο, άφησε πίσω του πλούσιο και αξιόλογο έργο. Μια από τις πρόσφατες εκδόσεις στη βουλγαρική με συλλογές από ποιήματά του αποτελείται από οκτώ τόμους. Το έργο του είναι επηρεασμένο από τις ιδέες του Μακεδονικού Αγώνα καθώς και τις σοσιαλιστικές του πεποιθήσεις.
Γεννήθηκε στο Κιλκίς, από τον Ντιμήτρ Ιζμιρλίεφ (Димитър Измирлиев) και την Ελισσαβέτα Ποπαναστάσοβα (Елисавета Попанастасова) στις 29 Σεπτεμβρίου 1898. Την εποχή εκείνη η πόλη βρισκόταν υπό Οθωμανική κατοχή, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας.Πέθανε στις 18 Ιουνίου 1923.  https://el.wikipedia.org/

✧✧✧✧


Εργατικός, παθιασμένος, πιστός στις ιδέες του, σατιρικός, διάσημος αρθρογράφος και ρεπόρτερ της εποχής του ο Σμύρνενσκι δεν έζησε πολλά χρόνια άλλα άφησε πίσω του ένα ενδιαφέρον έργο. Ένα έργο που αντικατοπτρίζει την δύσκολη και πολυτάραχη εποχή του. Την εποχή του Μακεδονικού Αγώνα, των Βαλκανικών Πολέμων, του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, της Ρώσικης Επανάστασης και των ραγδαίων αλλαγών στην Ευρώπη και τον κόσμο γενικότερα.
Γεννήθηκε στην πόλη Κούκους, δηλαδή το σημερινό Κιλκίς. Η οικογένεια του ανάγκαστηκε να εγκαταλείψη τη πόλη μετά τη κατάκτηση της απ’ τα ελληνικά στρατεύματα και την πυρπόληση που ακολούθησε. Ο Σμύρνενσκι πρωτοεμφανίστηκε ως ευθυμογράφος. Το 1917 εισήχθη στην Στρατιωτική Σχολή αλλά έπειτα την ανταρσία μιας μεγάλης μερίδας βουλγάρων στρατιωτών το 1918 την εγκατέλειψε. Το 1919-1920 ήταν χρόνια κοινωνικών ταραχών στη Βουλγαρία. Ο Σμύρνενσκι έλαβε μέρος σε πολλές διαδηλώσεις και συζητήσεις οι οποίες είχαν ως θέμα την αμνηστία των επαναστατών στρατιωτών και τη καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας. Η γραφή του πιο ώριμη πια, δείχνει το ενδιαφέρον του για την ανθρωπότητα και απεικονίζει τις σοσιαλιστικές του ιδέες. Ο Σμύρνενσκι το 1921 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και γι αυτό τα γραπτά του αποκτούν έναν αέρα στράτευσης στους σκοπούς του Κόμματος. Παρόλα αυτά ο Σμύρνενσκι ξεπέρασε με το λυρισμό του κάθε στενή κομματική ιδεολογία και στο έργο του παρουσιάζεται ένας πραγματικός ανθρωπισμός και η έκφραση μιας αγάπης προς τους ανθρώπους,
Το έργο που παρουσιάζουμε εδώ πέρα είναι απ’ τα τελευταία του Σμύρνενσκι, μπορούμε να πούμε πως είναι απ’ τα ώριμα έργα του στο οποίο δείχνει πως όσοι θέλουν να ανέβουν τη σκάλα της εξουσίας σιγά-σιγά χάνουν τ’ ιδανικά τους χωρίς καν οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται. Υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία σ’ αυτό το έργο και προφανώς είναι δημιούργημα της εμπειρίας του ποιητή στους διάφορους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του.
Αν και έπασχε από φυματίωση ο Σμύρνενσκι συνέχιζε να γράφει ακατάπαυστα μέχρι το τέλος. Στις 18 Ιουνίου του 1923 λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή και ενώ πλέον δεν υπήρχαν ελπίδες ανάρρωσης ζήτησε χαρτί για να γράψει, αυτή ήταν και η τελευταία του επιθυμία.


 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΚΑΛΑΣ

Αφιερωμένο σ’ όσους πουν “Αυτό δεν έχει σχέση με μένα”.

-Ποιος είσαι εσύ ; – Τον ρώτησε ο διάβολος.

-Εγώ είμαι πληβείος από γεννησιμιού μου και όλοι οι φτωχοί είναι αδέρφια μου.

Ω! Πόσο άσχημη είναι η γη και πόσο δυστυχισμένοι οι άνθρωποι! Έτσι έλεγε ένα νέο παλικάρι, με το μέτωπο υψωμένο και τις γροθιές του σφιγμένες. Στεκόταν μπροστά στη σκάλα – μια σκάλα ψηλή από λευκό μάρμαρο και ροζ ραβδώσεις. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μακριά, εκεί όπου τα θολά κύματα του φουσκωμένου ποταμού ανάδευαν τα γκρίζα πλήθη της μιζέριας. Αυτά ταράσσονταν, έβραζαν απότομα, ύψωναν ένα δάσος από ξερά μαύρα χέρια, μια βροντή αγανάκτησης καθώς οργισμένες κραυγές λίκνιζαν τον αγέρα και η ηχώ έσβηνε αργά, γιορταστικά σαν ήχος από μακρινές κανονιές. Τα πλήθη μεγάλωναν, έρχονταν μέσα σε σύννεφα κίτρινης σκόνης, χωριστές σιλουέτες διακρίνονταν όλο και πιο καθαρά στο κοινό σκούρο βάθος. Ερχόταν ένας γέρος, λυγισμένος χαμηλά προς τη γη, σαν να έψαχνε τα χαμένα του νιάτα. Απ’ τα κουρελιασμένα του ρούχα κρατιόταν ένα ξυπόλητο κοριτσάκι το οποίο κοιτούσε την ψηλή σκάλα με ήρεμα, μπλε σαν κυανά άνθη μάτια. Κοιτούσε και χαμογελούσε. Μαζί τους έρχονταν ρακένδυτες, κοκκαλιάρικες, γκρίζες φιγούρες και σαν σε χορό τραγουδούσαν ένα αργόσυρτο, πένθιμο άσμα. Κάποιος σφύριζε με ήχο διαπεραστικό, άλλος με τα χέρια του χωμένα στις τσέπες, γελούσε δυνατά, βραχνιασμένα ενώ στα μάτια του λαμπύριζε η τρέλα.

-Εγώ είμαι πληβείος από γεννησιμιού μου και όλοι οι φτωχοί είναι αδέρφια μου. Ω! Πόσο άσχημη είναι η γη και πόσο δυστυχισμένοι οι άνθρωποι! Ω! Εσείς εκεί ψηλά, εσείς…

Έτσι έλεγε το νέο παλικάρι, με το μέτωπο υψωμένο σφίγγοντας απειλητικά τις γροθιές του.

-Εσείς τους μισείτε αυτούς εκεί ψηλά ; – ρώτησε ο διάβολος και πονηρά έσκυψε προς τον νεαρό.

– Θα τους εκδικηθώ εγώ αυτούς τους πρίγκιπες και τους βασιλιάδες. Σκληρά θα τους εκδικηθώ για χάρη των αδερφών μου, για τους αδερφούς μου οι οποίοι έχουν πρόσωπα κίτρινα σαν την άμμο, οι οποίοι στενάζουν πιο φριχτά και απ’ τις δεκεμβριανές θύελλες! Δες τις γυμνές ματωμένες τους σάρκες, άκου τις κραυγές τους! Θα εκδικηθώ γι’ αυτούς! Άσε με!

Ο Διάβολος χαμογέλασε:

-Εγώ είμαι ο φύλακας αυτών εκεί πάνω και χωρίς αντάλλαγμα δεν θα στους παραδώσω.

-Δεν έχω χρυσάφι, δεν έχω τίποτα με το οποίο να σε δωροδοκήσω…Φτωχαδάκι είμαι, κουρελής νέος…Όμως είμαι έτοιμος και το κεφάλι μου να δώσω.

Ο Διάβολος πάλι χαμογέλασε:

-Ω! Μα δεν θέλω τόσα πολλά! Δώσε μου μονάχα την ακοή σου!

-Την ακοή μου ; Με ευχαρίστηση…Ας μην ακούσω τίποτα ποτέ ξανά…

-Μα και πάλι θα ακούς! – τον ηρέμησε ο Διάβολος και του έκανε δρόμο. – Πέρασε!

Το παλικάρι έτρεξε, μονομιάς έκανε τρία βήματα, αλλά το τριχωτό χέρι του Διαβόλου τον τράβηξε:

-Φτάνει! Στάσου ν’ ακούσεις πως στενάζουν εκεί κάτω τ’ αδέρφια σου!

Ο νεαρός σταμάτησε και αφουγκράστηκε:

-Περίεργο, γιατί άρχισαν ξαφνικά να τραγουδούν χαρούμενα κι έτσι ανέμελα να γελούν ;… – Και έκανε πάλι να τρέξει.

Ο Διάβολος πάλι τον σταμάτησε:

-Για να περάσεις ακόμα τρία σκαλιά, θέλω τα μάτια σου!

Το παλικάρι απογοητευμένο κούνησε το χέρι του.

-Αλλά έτσι δεν θα μπορώ να δω ούτε τ’ αδέρφια μου, ούτε αυτούς τους οποίους θέλω να εκδικηθώ!

Διάβολος:

-Θα βλέπεις και πάλι…Εγώ θα σου δώσω άλλα, πολύ πιο όμορφα μάτια!

Ο νεαρός πέρασε ακόμα τρία σκαλιά και κοίταξε προς τα κάτω. Ο Διάβολος του θύμισε:

-Δες τις γυμνές ματωμένες σάρκες τους.

-Θεέ μου! Αυτό και αν είναι περίεργο, πότε προλάβαν να ντυθούν τόσο όμορφα! Αντί για ματωμένες πληγές είναι στολισμένοι με υπέροχα κατακόκκινα τριαντάφυλλα!

Κάθε τρία σκαλιά ο Διάβολος έπαιρνε σιγά-σιγά τα λύτρα του. Όμως το παλικάρι πήγαινε, με ετοιμότητα έδινε τα πάντα, φτάνει να έφτανε και να εκδικηθεί τους χοντρούς βασιλιάδες και πρίγκηπες! Ιδού ένα σκαλί ακόμα, μονάχα ένα σκαλί, και αυτός θα είναι εκεί πάνω! Θα πάρει εκδίκηση για τ’ αδέρφια του!

-Είμαι πληβείος από γεννησιμιού μου και όλοι οι φτωχοί…

-Παλικαράκι, έλα, ένα σκαλί ακόμα! Ένα σκαλί και θα εκδικηθείς. Μα για τούτο το σκαλί εγώ παίρνω διπλά λύτρα: δώσε μου τη καρδιά σου και τη μνήμη σου:

-Τη καρδιά ; Ε όχι! Αυτό είναι πολύ σκληρό!

Ο Διάβολος γέλασε βαθιά, αρχοντικά:

-Δεν είμαι τόσο σκληρός. Θα σου δώσω για αντάλλαγμα χρυσή καρδιά και καινούρια μνήμη! Αν δεν δεχθείς, ποτέ δεν θα περάσεις ετούτο το σκαλί, ποτέ δεν θα πάρεις εκδίκηση για τ’ αδέρφια σου που έχουν πρόσωπα σαν την άμμο και στενάζουν πιο φρικτά απ’ τις θύελλες του Δεκέμβρη.

-Ο νέος έριξε το βλέμμα του στα πράσινα, ειρωνικά μάτια του Διαβόλου:

-Μα θα είμαι εντελώς δυστυχισμένος. Θα μου πάρεις όλη μου την ανθρωπιά.

-Αντιθέτως – ο πιο χαρούμενος θα ‘σαι…Όμως ; Είσαι σύμφωνος: μόνο τη καρδιά και τη μνήμη σου.

Ο νεαρός το σκέφτηκε, μια μαύρη σκιά έπεσε στο πρόσωπο του, στο ζαρωμένο του μέτωπο κυλήσανε χοντρές στάλες ιδρώτα, θυμωμένα έσφιξε τις γροθιές του και τρίζοντας τα δόντια του είπε:

-Ας είναι! Πάρ’ τες!

-…Και σαν καλοκαιρινό μπουρίνι, θυμωμένο κι οργιλό, με τα μαύρα του μαλλιά να στροβιλίζονται, ανέβηκε το τελευταίο σκαλί. Επιτέλους ήταν ψηλά. Ξαφνικά στο πρόσωπό του έλαμψε ένα χαμόγελο, τα μάτια του άρχισαν ν’ αστράφτουν με μια ήρεμη χαρά και οι γροθιές του χαλάρωσαν. Κοίταξε τους πρίγκιπες που γλεντούσαν, κοίταξε προς τα κάτω, εκεί όπου μούγγριζε και καταριόταν το γκρίζο, κουρελιασμένο πλήθος. Έριξε το βλέμμα προς τα εκεί, μα ούτε ένας μύς του προσώπου του δεν συσπάστηκε: ήταν φωτεινός, χαρούμενος, ικανοποιημένος. Έβλεπε μονάχα ένα πλήθος γιορταστικά ντυμένο ενώ τα βογγητά τους μεταμορφώθηκαν σε ύμνους.

-Ποιος είσαι εσύ ; Τον ρώτησε τσιριχτά και δολερά ο Διάβολος.

-Εγώ είμαι πρίγκιπας από γεννησιμιού μου και οι Θεοί είναι αδέρφια μου. Ω! Πόσο όμορφη είναι η Γη και πόσο ευτυχισμένοι οι άνθρωποι.
Μετάφραση – Γιάννης Καμίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου