ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ ( 1875 - 22 Σεπτεμβρίου 1952 )

Ο Τίμος Μωραϊτίνης (1875 - 22 Σεπτεμβρίου 1952) ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας (κωμωδίας - επιθεώρησης), εκδότης, δημοσιογράφος, πεζογράφος και ποιητής.

Πολύπλευρη και θρυλική προσωπικότητα των Γραμμάτων ο Τίμος Μωραϊτίνης καλλιέργησε με το πληθωρικό του ταλέντο τα κυριότερα είδη του γραπτού λόγου κατά το πρώτο ήμισυ του 20ο αιώνα. Θέατρο (πρόζα και επιθεώρηση), Χρονογράφημα, Ποίηση, Μυθιστόρημα, Αθηναϊογραφία, Διήγημα, Ταξιδιωτικά, διακρίνονται για το λεπτό χιούμορ, την πρωτοτυπία, το στοχασμό, το λυρισμό και ένα αστείρευτο κέφι μαζί με ρομαντική διάθεση. Η Ακαδημία Αθηνών τον συγκαταλέγει μεταξύ των λογοτεχνών που συνετέλεσαν στην ανάπτυξη και καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων.
 • Σαν Θεατρικός συγγραφέας χαρακτηρίστηκε «ως πατέρας και δημιουργός της νεοελληνικής κωμωδίας», με δεκάδες θεατρικά και με αποκορύφωμα της προσφοράς του την Αιωνία Ζωή και τον Άρχοντα του Κόσμου, τις δύο φιλοσοφικές κωμωδίες του, που καταγράφονται σαν εφάμιλλα ή και καλύτερα αντίστοιχων του ξένου ρεπερτορίου. Τα θεατρικά του έργα σημείωναν τεράστια επιτυχία και αποτελούσαν Θεατρικό, κοσμικό και εισπρακτικό γεγονός, διανύοντας μακρά σειρά παραστάσεων. • Σαν Χρονογράφος, «επέβαλε» το χρονογράφημα ως λογοτεχνικό είδος και του αποδόθηκε ο τίτλος του κορυφαίου και έδωσε στο είδος αυτό την οριστική του μορφή
. • Σαν Ποιητής ο Μωραϊτίνης αναφέρθηκε ως αυθόρμητος τραγουδιστής που βαδίζει αμέριμνος ανάμεσα στους μετρικούς κανόνες με την ευσυγκίνητη μελωδία. Ο λυρικός τροβαδούρος με τον μουσικώτατο οίστρο.
 • Σαν Αθηναιογράφος αποτελεί τη μοναδική πρωτογενή πηγή αναφοράς στην Παληά Αθήνα (τέλη 19ου- αρχές 20ου αιώνα). Είναι ο πρώτος που ανέδειξε αυτήν την Αθήνα με το δικό του μοναδικό τρόπο. Ο χαρακτηρισμός του Αθηναιολάτρη τον συνόδευε σε όλες τις άλλες λογοτεχνικές του εκφράσεις, αποκαλύπτοντας τις άγνωστες πλευρές εκείνης της Αθήνας. Αποκορύφωμα της αθηναιολατρείας του είναι το τραγούδι «Στης Πλάκας της ανηφορίες» σε στίχους και μουσική Τίμου Μωραϊτίνη. Το τραγούδι αυτό γράφτηκε για τις ανάγκες του θεατρικού του έργου «Η Μπερλίνα».

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1876. Εγκαταλείποντας τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αφοσιώθηκε στο χρονογράφημα και την ποίηση. Υπήρξε χρονογράφος για μεγάλο διάστημα στην εφημερίδα «Εμπρός» αλλά και σε πολλές άλλες εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Ασχολούμενος με το θέατρο αναδείχθηκε σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας. Ιδιαίτερα σε κωμωδίες και επιθεωρήσεις που στέφθηκαν με πλήρη επιτυχία. Σημαντικότερα εξ αυτών ήταν: «Μαραθώνιος δρόμος» (1906), «Πρωθυπουργίνα» (1908), «Πανόραμα» (επιθεώρηση του 1908), «Εύθυμος χήρος» (1909), «Το τσάι της Νίτσας» (1912), «Βαμπίρ» (1917), «Το παλιοκόριτσο» (1921), «Η επιστροφή των θεών» (1923), «Ένα ταξιδάκι στη Σελήνη» (1924), «Δακτυλογράφος ζητεί θέσιν» (1925), «Μοντέρνο σπίτι» (1926), «Μπερλίνα» (επιθεώρηση), «Αιώνια ζωή» (1929) και «Ιστορία της Αθήνας» (1931).

Στη δεκαετία του 1930 και ειδικότερα στα χρόνια πριν τον Β' Π.Π. υπήρξε η ψυχή της αθηναϊκής αποκριάς. Ήταν αυτός που ανέδειξε την Πλάκα της Αθήνας ως κέντρο του αποκριάτικου κεφιού, από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, αλλά και μετά τον πόλεμο επιμελούνταν των διαφόρων αποκριάτικων εκδηλώσεων. Μία μεγάλη σειρά από ποιήματα αφιερωμένα σε πρόσωπα της αποκριάς,(πιερότους κολομπίνες, μάσκες και κομφετί) αναδείχθηκαν σε σπουδαία τραγούδια της αποκριάς, και του κρασιού. Κάποια δε εξ αυτών ήταν αφιερωμένα και σε λαϊκούς τύπους της παλιάς Αθήνας χάρη των οποίων και διασώθηκαν πολλά λαογραφικά στοιχεία της περιόδου εκείνης. Σημαντικότερες επιθεωρήσεις του εκείνης της εποχής ήταν: «Όνειρο αποκριάτικης βραδυάς», «Τζιτζίκι», «Ξιφίρ Βαλέρ, «Α-μπε-σε-ντέ», κ.ά.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης διακρίνονταν για το σπινθηροβόλο αλλά και δροσερό πνεύμα του με μια ρομαντική διάθεση επιστροφής στο παρελθόν θεωρώντας το ωραιότερο και αγνότερο. Στα διάφορα επιθεωρησιακά σκετς καυτηρίαζε τακτικά τις ξένες εκφράσεις, κυρίως γαλλικές, που χρησιμοποιούσαν οι νεόπλουτοι, πολλές φορές αγνοώντας την ακριβή σημασία τους, πλέκοντας παρεμφερείς ή ελαφρά παραποιώντας τις.

Παράλληλα ο Τ. Μωραϊτίνης ασχολήθηκε και με το μυθιστόρημα γράφοντας το «Ολόκληρη ζωή», καθώς και με την ποίηση γράφοντας την ποιητική συλλογή «Φθινοπωρινά φύλλα» ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ασχολήθηκε περισσότερο με την ιστορική λαογραφία της Αθήνας αποδίδοντάς τη επίσης σε ποίηση.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης είχε λάβει μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, κατά τον οποίο και τραυματίστηκε, και μέχρι τον θάνατό του σεμνυνόταν για την "επ΄ ανδραγαθία" τιμητική διάκριση που έλαβε από τον Βασιλέα Γεώργιο τον Α΄. Το 1910 διετέλεσε γραμματέας του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων. Τον Σεπτέμβριο του 1912 εξέδωσε την καθημερινή πολιτική εφημερίδα "Ημερήσια Νέα". Το 1938 ανέλαβε πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συντακτών. Το 1947 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Αριστείο Γραμμάτων.

Ο Τίμος Μωραϊτίνης πέθανε στην Αθήνα το 1952.

Σημειώσεις
Πολλά ποιήματα που έγραψε έγιναν σπουδαία τραγούδια που τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα. Μεταξύ αυτών είναι τα «Στης Πλάκας τις ανηφοριές», «Εγώ το πίνω», κ.ά. Ειδικότερα για το πρώτο, με το οποίο και "έμαθε η ανθρωπότης πως ο θεός είναι Πλακιώτης", το συνέταξε, όπως ο ίδιος ομολογούσε μέσα από τις θεατρικές παρλάτες που έγραφε, όταν πηγαίνοντας τακτικά στο πατρικό σπίτι της μητέρας του, στην οδό Λυσίου, περιδιάβαινε την Πλάκα καταγράφοντας τις εικόνες της που έβλεπε τότε.
Πλούσιο αρχείο με θεατρικά τραγούδια του Τ. Μωραϊτίνη διαθέτει το Μουσείο ελληνικού θεάτρου.
Επίσης το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας σ΄ ένα αγώνα που κατέβαλε στη δεκαετία του 1970 διέσωσε πολλά θεατρικά σκετς, σε κείμενα του Τ. Μωραϊτίνη, στις μαγνητοφωνήσεις των οποίων, στους ραδιοθαλάμους Ζαππείου συμμετείχαν εκλεκτοί ηθοποιοί όπως οι αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά, ο Αλέκος Λειβαδίτης κ.ά.π. με κυρίαρχο βέβαια στα τραγούδια του κρασιού τον Πέτρο Κυριακό που απέδιδε θαυμάσια, με τους απαραίτητους λοξιγκισμούς, όπως το «Με λεν μπεκρή! που το ΄χουν βρει;»



ΕΙΠΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ 

Ο ακαδημαϊκός  Πέτρος Χάρης την επαύριον του θανάτου του, το Σεπτέμβριο του 1952:
«Θα ‘πρεπε να μη ζω σ’ αυτόν τον τόπο- γράφει ο Π. Χάρης- για να μην ξέρω πόσο δημοφιλής ήταν ο Μωραϊτινης. ‘Εως που όμως έφτανε αυτή η δημοτικότητά του το κατάλαβα μόλις κατέβηκα από το αεροπλάνο. Το πρώτο πράγμα που μου είπαν ήταν: Πέθανε ο Μωραϊτίνης! Κι έπειτα όλα τ’ άλλα. Έπειτα η πολιτική, έπειτα η οικονομική κρίση, έπειτα τα γενικά, τα ατομικά, τα μεγάλα ή μικρά ζητήματα».
Και ο Γεώργιος Φτέρης γράφει στο «Βήμα» το 1961: «Γράφοντας « Ο Τίμος» δεν θα χρειαζότανε ασφαλώς να εξηγήσουμε στους αναγνώστες μας, τουλάχιστον της περασμένης γενιάς και στους παληούς Αθηναίους για ποιον Τίμο πρόκειται. Ένας ήταν ο Τίμος. Ο Μωραϊτίνης.»

Ο ακαδημαϊκός Σπύρος Μέλας έγραψε: «Όσοι ενεκρολόγησαν τον αλησμόνητο Τίμο Μωραϊτίνη , σημειώνουν την σοβαρήν έκφρασι της μορφής του στην καθημερινή του εμφάνισι. Όταν τον έβλεπε κανείς χωρίς να ξέρη ποιος είναι ήταν αδύνατο να υποθέση ότι αυτός ο υποβλητικός κύριος ήταν ο άνθρωπος, που επί πενήντα και πλέον χρόνια διεσκέδαζε τους Αθηναίους με τα πνευματώδη γραψίματά του. Στο δρόμο θα τον έπερνε κανείς για πρόεδρο Εφετών μάλλον παρά για ευθυμογράφο. Είναι όμως μονάχα αυτό το χαρακτηριστικό του Τίμου Μωραϊτίνη;».

Παράλληλα ο Δημ . Ψαθάς έγραψε μεταξύ άλλων «Ένα πράγμα που χαιρόταν κανείς στον Τίμο Μωραϊτίνη μόλις τον γνώριζε από κοντά ήταν αυτός ο αέρας της αξιοπρέπειας και της εντιμότητας. Ένα κορμί ίσιο που έλεγες και συμβόλιζε το χαρακτήρα του.»
Και ο Νικ. Σύριος παρατηρεί «… προπαντός ήταν ένας ωραίος και ιδιόρρυθμος τύπος. Ένας εξαιρετικός άνθρωπος.»

 ΠΟΙΗΜΑΤΑ 



ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Ένα πρωί ανοίγει η αυλαία,
Με γέλιο, με τραγούδι ή με κλάμα,
Κι αρχίζει η παράσταση.Το δράμα
,Δεν έχει τίτλο ούτε συγγραφέα.
Και ρόλους παίζουμε μεγάλους και σπουδαίους
Πότε τους ήρωες, τους δυστυχείς ή τους μοιραίους
,Πότε ιππότες με τη μάσκα την αστεία,
Πότε το δούλο, τον ελεύθερο, το σκλάβο,
Κι ακούγονται φωνές απ’ την πλατεία:
Μπράβο, Παλιάτσο! Μπράβο!
Το υστερνό το δάκρυ που θα τρέξη,
Θα ‘ναι του έργου η πράξη η τελευταία …
Τώρα θα έρθη άλλος θίασος να παίξη.
Εμείς ετελειώσαμε: ΑΥΛΑΙΑ.
✿    ✿    ✿    ✿


Ο ΑΛΛΟΣ

Κανείς δεν ξέρει κι ούτε θα με μάθη
Και ας διαβαίνω με τον κόσμο όλο μαζί,
Βαθιά, μεσ’ της ψυχής μου έχω τα βάθη
Τον άλλον που κλεισμένος πάντα ζη.
Με ξέρουν μόνον κάποιες ερημιές,
Εκεί που ανθίζουν τ’ άγρια τα κρίνα,
Του κάμπου τα λουλούδια, οι κυκλαμιές,
Κάποια φτωχά δρομάκια στην Αθήνα.
Κρυφομιλώ με τη μικρή μου καμαρούλα
Και, πού και πού, η σιωπή της μ’ απαντά.
Και τάπαμε πολλές φορές με τη βροχούλα
Στο παραθύρι μου κοντά.
Κανείς δεν ξέρει αυτόν που ‘χω στα βάθη.
Μα ποιος σκοτίσθηκε να μάθει…

δείτε περισσότερα https://homouniversalisgr.blogspot.com/









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου