ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (28 Σεπτεμβρίου 1893 – 21 Ιανουαρίου 1984)

 

Ο Γιάννης Σκαρίμπας (Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος, 28 Σεπτεμβρίου 1893 – Χαλκίδα, 21 Ιανουαρίου 1984) ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και πεζογράφος. Το έργο του, εντυπωσιακό σε έκταση και ποικιλία, σημαδεύτηκε από την έντονη αντιδικία του με τις καθιερωμένες αξίες της ζωής και του αστικού πολιτισμού. Εισήγαγε επίσης υπερρεαλιστικά στοιχεία στην ελληνική πεζογραφία. Θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους της ελληνικής λογοτεχνίας
Ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν γόνος ιστορικής οικογένειας από την Αγία Ευθυμία της Φωκίδας, αφού ο πατέρας του, Ευθύμιος Σκαρίμπας, ήταν απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821. Ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Αίγιο και τις ολοκλήρωσε στην Πάτρα. Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως ανθυπασπιστής στο 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων. Διορίστηκε τελωνοσταθμάρχης στην Ερέτρια (πρώην Νέα Ψαρά) και το 1915 εγκαταστάθηκε στη Χαλκίδα, για να εργαστεί εκεί ως εκτελωνιστής.
Στα γράμματα εμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του 1910 με ποιήματα και πεζά που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά της Αθήνας και στις εφημερίδες Εύριπος και Εύβοια της Χαλκίδας, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση με το πραγματικό του όνομα έγινε το 1929, όταν έλαβε το Α΄ βραβείο διηγήματος για το πεζό Ο καπετάν Σουμερλής ο Στουραΐτης, το οποίο δημοσίευσε στο περιοδικό Ελληνικά Γράμματα.
Ο μπαρμπα-Γιάννης Σκαρίμπας, όπως ήταν γνωστός στους φίλους του, έζησε όλη του τη ζωή στη Χαλκίδα και ταξίδεψε ελάχιστα. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1984 και τάφηκε στο κάστρο του Καράμπαμπα.
 (ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ)





ΠΟΙΗΜΑΤΑ 


Στάδιον δόξης 


(συλλογή Εαυτούληδες 1950)




Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα 


οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα , 
κάθε μια της ζωής-μου ήταν κει στραβομάρα, 
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη 
(με καμπούρες κι αλλήθωροι με στραβή άλλα αρίδα). 
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν χαχόλοι 
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ μου φωνάξανε τη Χαλκίδα την είδες 
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις; 
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου όλοι εμείς φασουλήδες, 
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία 
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει. 
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία, 
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία 
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι 
μεταξύ-τους για ρόλους-των κάθε μια-μου αηδία, 
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες), 
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις 
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει 
(αχ, κι η πρόγκα τι δόξα-μου!.,. σ' ουρανούς θα με σύρει) 
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη 
σαν από τεμπεσίρι...



Χορός συρτός


Κάλλιο χορευταράς νά' μουνα πέρι 
κόλλες που να κρατώ και μολυβάκια~ 
θά' σερνα συρτό χορό, χέρι με χέρι, 
μ' όλα μας του γιαλού τα καραβάκια.

Κι έν' αψηλό τραγούδι για σιρόκους 
θ' άρχιζα, γι' αφροπούλια και για ένα 
γλαρό καράβι με πανιά και κόντρα φλόκους, 
που θά' ρχονταν να μ' έπαιρνε και μένα.

Με χώρις Καρυωτάκη, Πολυδούρη, 
μόνο να τραγουδάν τριγύρω οι κάβοι, 
κι οι πένες μου πενιές σ' ένα σαντούρι, 
άσπρα πανιά σου οι κόλλες μου, καράβι!

Γιαλό-γιαλό να φεύγουμε και άντε! 
να λέμε όλο για μάτια, όλο για μάτια, 
κι εκεί -λες κομφετί μες στο λεβάντε- 
όλα μου τα γραφτά χίλια κομμάτια!

Και, σαν χτισμένη εκεί από κιμωλία, 
βαθιά να χάνεται η Χαλκίδα πέρα, 
μ' όλα μου ανοιγμένα τα βιβλία, 
καθώς μπουλούκι γλάροι στον αέρα...



Φαντασία 

Nάναι σα να μας σπρώχνει ένας αέρας μαζί 
προς έναν δρόμο φειδωτό που σβει στα χάη, 
και σένα του καπέλλου σου βαμμένη φανταιζί 
κάποια κορδέλλα του, τρελλά να χαιρετάει. 

Kαι νάν σαν κάτι να μου λες, κάτι ωραίο κοντά 
γι άστρα τη ζώνη που πηδάν των νύχτιων φόντων, 
κι αυτός ο άνεμος τρελλά, τρελλά να μας σκουντά 
όλο προς τη γραμμή των οριζόντων. 

Kι όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός 
για ένα με γυάλινα πανιά πλοίο που πάει 
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός : 
όξ απ τον κύκλο των νερών στα χάη. 

Kι όλο να πνέει, να μας ωθεί αυτός ο αέρας μαζί 
πέρ από τόπους και καιρούς έως ότου φως μου 
καθώς τρελλά θα χαιρετάει κείν η κορδέλλα η φανταιζί, 
βγούμε απ την τρικυμία αυτού του κόσμου 



ΧΑΛΚΙΔΑ 
(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος 
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη! 
νά μήν ξέρω άν είμαι μέσα στήν ασβόλη 
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε είπα ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα, 
ώ Χαλκίδα πόλη (έλεγα) καί φέτος 
ήμουν στ' όνειρό μου είδα Περικλέτος, 
πάλι Περικλέτος ήμουν είδα?

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι 
πάν' σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια, 
Ως θερία, ως δέντρα αναγλυμένοι ως ψάρια 
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.
Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου 

κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα, 
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα 
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου. 
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο 
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα: 
ʼχ, νεκρόν στό χώμα νά φωνάζεις είδα 

έναν μου ακόμη πιερότο! . . .


δείτε περισσότερα https://homouniversalisgr.blogspot.com/









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου