Μένης Κουμανταρέας (17 Μαΐου 1931 - 5 Δεκεμβρίου 2014)

 

Ο Μένης Κουμανταρέας (17 Μαΐου 1931 - 5 Δεκεμβρίου 2014) ήταν Έλληνας συγγραφέας και μεταφραστής
Ο Μένης (Αριστομένης) Κουμανταρέας γεννήθηκε (1931) και μεγάλωσε στην Αθήνα. Το 1948 έζησε για έξι μήνες κοντά στο θείο του στο Λονδίνο, όπου και ήρθε σε επαφή με την εκεί πολιτιστική κίνηση. Τον επόμενο χρόνο, δηλαδή το 1949, αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών Κάρολος Μπερζάν και φοίτησε κατά καιρούς στη Νομική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό και εργάστηκε κατά καιρούς (σχεδόν είκοσι χρόνια) σε ναυτιλιακές και ασφαλιστικές εταιρείες.
Το 1961 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το περιοδικό Ταχυδρόμος και την επόμενη χρονιά εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια».

Η δίκη για το Αρμένισμα

Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας οδηγήθηκε τέσσερις φορές σε δίκη για το διήγημα του «Το Αρμένισμα». Η συλλογή του είχε λάβει το 1967 το Β' κρατικό βραβείο διηγήματος. Τα επίμαχα διηγήματα που προκάλεσαν την αυτεπάγγελτη δίωξη του εισαγγελέα ήταν τα Μέρα του 1638 και Οι γάμοι του Σπόρου και της Ποππαίας. Κρίθηκαν ως άσεμνα διότι περιείχαν σκηνές σε οίκο ανοχής, άντρες ντυμένους γυναίκες και αθυρόστομες εκφράσεις. Το Πλημμελειοδικείο Αθηνών του επέβαλε τέσσερις μήνες φυλακή με τριετή αναστολή για παράβαση του νόμου περί ασέμνων δημοσιευμάτων και άσκησε έφεση. Μάρτυρες κατηγορίες ήταν οι Παν.Νέζης συνταξιούχος εκπαιδευτικός, ο Πανεπιστημιακός Κωνσταντίνος Μερεντίτης, ο συνταξιούχος δημοδιδάσκαλος Αναστάσιος Αντωνόπουλος και ο Αντώνιος Κουερίνης αστυνομικός. Υπερασπιστές του ήταν οι Κωνσταντίνος Τσάτσος, Αλέξης Μινωτής, Δημήτρης Μυράτ, Κωστής Μπαστιάς,Αιμίλιος Χουρμούζιος, Βάσος Βαρίκας.Συνήγορος υπεράσπισής του ήταν ο πανεπιστημιακός Γεώργιος Κουμάντος. Το 1972 σπούδασε με υποτροφία στο Βερολίνο για έξι μήνες.

Μετά την δικτατορία

Από το 1982 ζούσε αποκλειστικά από τη συγγραφική του δραστηριότητα. Το 1987 το μυθιστόρημα του «Η φανέλα με το εννιά» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Παντελή Βούλγαρη. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Εκλογή, Ηριδανός, Επιθεώρηση Τέχνης, Οδός Πανός, Η λέξη και άλλα. Έργα του μεταφράστηκαν σε 13 γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, αλβανικά, ολλανδικά, τούρκικα, ρώσικα, εσθονικά, εβραϊκά και λετονικά.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Κρατικής Ορχήστρας Ελληνικής Μουσικής του Σταύρου Ξαρχάκου.
Το 2012 υπήρξε ένας από τους 32 ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος που συνυπέγραψαν το κείμενο «Τολμήστε», ένα δείγμα γραφής μερικών διανοούμενων της χώρας που υποστήριζε την αποδοχή του ελληνικού μνημονίου.

Ο θάνατός του

Tο βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 2014, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στην Κυψέλη «με εμφανείς μώλωπες στο λαιμό και το πρόσωπο». Η κηδεία του τελέστηκε την Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014 στο Α΄ Κοιμητήριο Αθηνών.
Στις 7 Ιανουαρίου 2015, ανακοινώθηκε από την Ελληνική Αστυνομία η εξιχνίαση της υπόθεσης δολοφονίας, με τη σύλληψη 26χρονου άνδρα και τη δημοσιοποίηση στοιχείων δεύτερου ατόμου, το οποίο θεωρείται συνεργός. Όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Αστυνομίας κίνητρο των δραστών, τους οποίους γνώριζε ο συγγραφέας, ήταν η ληστεία. Μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων του, ο συνεργός του δράστη παρουσιάστηκε αυτοβούλως στον εισαγγελέα και συνελήφθη. Τον Ιούλιο του 2015 το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών επέβαλε σε αμφότερους τους κατηγορούμενους πρωτοδίκως την ποινή της ισόβιας κάθειρξης για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως συν τέσσερα έτη για την απόπειρα ληστείας

Βραβεύσεις

Ο Μένης Κουμανταρέας είχε τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τα έργα του Το Αρμένισμα (1967) και για το Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω (1997). Με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για τα έργα του Βιοτεχνία υαλικών (1976) και για το Δύο φορές Έλληνας (2002). Επίσης έχει τιμηθεί με το βραβείο Blue Book στην Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης το 2001, για το μυθιστόρημά του Ο ωραίος λοχαγός.
Στις 30 Δεκεμβρίου 2008, κατά την ετήσια τελετή της Ακαδημίας Αθηνών για την απονομή των ετήσιων βραβείων, ο Μένης Κουμανταρέας τιμήθηκε για σύνολο του έργου με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστας και Ελένης Ουράνη, το οποίο εποπτεύεται από την Ακαδημία Αθηνών. Κατά τη βράβευση του δήλωσε, «...θα έπρεπε να τα παίρνουμε νέοι, να μας δίνουν αυτοπεποίθηση, λεφτά και κουράγιο. Θυμάμαι όμως, μολονότι βραβευμένο το δεύτερο βιβλίο μου, 'Το αρμένισμα', δικάστηκε επί χούντας τέσσερις φορές και παραλίγο να καεί. Το τελευταίο, 'Το σόου είναι των Ελλήνων', σκεπάζεται τώρα από τους καπνούς των δακρυγόνων και τα δάκρυα για τον χαμό ενός νέου ανθρώπου αλλά και από τον φριχτό πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Οπωσδήποτε είναι μελαγχολικό να σε βραβεύουν για το σύνολο του έργου σου. Σημαίνει ότι όπου να 'ναι σημαίνουν κι οι καμπάνες..."
Εργα 


Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2019) Τα μηχανάκια, Εκδόσεις Πατάκη
(2018) Ο ωραίος λοχαγός, Εκδόσεις Πατάκη
(2017) Η κυρία Κούλα, Εκδόσεις Πατάκη
(2016) Βιοτεχνία υαλικών, Εκδόσεις Πατάκη
(2015) Η σειρήνα της ερήμου, Εκδόσεις Πατάκη
(2014) Ο θησαυρός του χρόνου, Εκδόσεις Πατάκη
(2014) Ο θησαυρός του χρόνου, Εκδόσεις Πατάκη
(2014) Σεραφείμ και Χερουβείμ, Κέδρος
(2013) Θάνατος στο Βαλπαραΐζο, Εκδόσεις Πατάκη
(2012) Βιοτεχνία υαλικών, Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.
(2012) Η φανέλα με το εννιά, Κέδρος
(2011) Η συμμορία της άρπας, Ελευθεροτυπία
(2011) Οι αλεπούδες του Γκόσπορτ, Κέδρος
(2010) Βιοτεχνία υαλικών, Κέδρος
(2010) Η κυρία Κούλα, Κέδρος
(2010) Ξεχασμένη φρουρά, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2010) Το αρμένισμα, Κέδρος
(2010) Το κουρείο, Κέδρος
(2009) Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά, Κέδρος
(2008) Το Show είναι των Ελλήνων, Κέδρος
(2007) Θυμάμαι την Μαρία, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2007) Τα μηχανάκια, Κέδρος
(2006) Η γυναίκα που πετάει, Κέδρος
(2004) Ο ωραίος λοχαγός, Κέδρος
(2003) Νώε, Κέδρος
(2001) Δυο φορές Έλληνας, Κέδρος
(2001) Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω, Κέδρος
(2000) Η κυρία Κούλα, Κέδρος
(2000) Η συμμορία της άρπας, Κέδρος
(2000) Η φανέλα με το εννιά, Κέδρος
(1999) Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα, Κέδρος
(1999) Το κουρείο, Κέδρος
(1996) Τα καημένα, Κέδρος
(1991) Koula, Κέδρος
(1991) La verrerie, Kauffmann
(1990) Πλανόδιος σαλπιγκτής, Κέδρος
(1990) Σεραφείμ και Χερουβείμ, Κέδρος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα


(2019) ... των δακρύων, Οδός Πανός
(2018) Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Γαβριηλίδης
(2018) Χωρίς μαγνητόφωνο, Πόλις
(2016) Το δικό μας Πάσχα, Νάρκισσος
(2014) Νεανική αλληλογραφία 1954 - 1960, Τόπος
(2013) Ημερολόγιο: Παιδιά του κόσμου, Εκδόσεις Γκοβόστη
(2010) Μ. Καραγάτσης: Ιδεολογία και ποιητική, Μουσείο Μπενάκη [εισήγηση]
(2008) Γιώργος Σεφέρης 1900-1971: 45 χρόνια μετά το Νόμπελ, Ελευθεροτυπία
(2008) Ενδοσκεληδόν, Ζήτρος
(2007) 21η Απριλίου: 1967-2007 40 χρόνια από το πραξικόπημα της Χούντας, Alter - Ego ΜΜΕ Α.Ε.
(2007) Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν, Κέδρος
(2006) Με τον ρυθμό της ψυχής, Κέδρος
(2004) Το χρονικό του Κέδρου, Κέδρος
(2003) Τα παιδικά μου χρόνια, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2001) Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο
(1999) Στα γήπεδα η πόλη αναστενάζει, Ιανός
(1998) Το καρότσι, Εκάτη
(1994) Δεκαοχτώ κείμενα, Κέδρος

Μεταφράσεις

(2013) Carroll, Lewis, 1832-1898, Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των Θαυμάτων, Εκδόσεις Πατάκη
(2011) Faulkner, William, 1897-1962, Καθώς ψυχορραγώ, Κέδρος
(2010) Melville, Herman, 1819-1891, Τρεις απόκληροι, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2008) MacCullers, Carson, Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου, Κέδρος
(1999) Faulkner, William, 1897-1962, Καθώς ψυχορραγώ, Κέδρος
(1996) Συλλογικό έργο, Ανθολογία του μαύρου χιούμορ, Αιγόκερως
(1996) Fitzgerald, Francis Scott, 1896-1940, Το πλουσιόπαιδο, Κέδρος
(1995) Hemingway, Ernest, 1899-1961, Οι φονιάδες, Κέδρος
(1995) Poe, Edgar Allan, 1809-1849, Στη δίνη του Μάελστρομ, Κέδρος
(1988) McCullers, Carson, Η μπαλλάντα του λυπημένου καφενείου, Κέδρος
(1984) Melville, Herman, 1819-1891, Μπάρτλεμπυ, ο γραφιάς, Οδυσσέας
(1980) Fitzgerald, Francis Scott, 1896-1940, Το πλουσιόπαιδο, Οδυσσέας
(1977) Büchner, Georg, 1813-1837, Λεντς, Ηριδανός
Hesse, Hermann, 1877-1962, Ντέμιαν, Ηριδανός
Carroll, Lewis, 1832-1898, Οι περιπέτειες της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, Ερμείας

Λοιποί τίτλοι

(2014) Συλλογικό έργο, 15 βγαίνουν με κόκκινο, Τόπος [ανθολόγηση]
(1996) Χουρμουζιάδης, Κρίτων, Συμπόσιο, Κέδρος [επιμέλεια]
Αποσπάσματα 


i. Η κυρία Κούλα


Συνήθως η στάση της Ομόνοιας τους έβρισκε καθισμένους αντικρυστά, της γυναίκας τα γόνατα τοποθετημένα λοξά, μόλις να εξέχουν από τη φούστα τα πόδια του νεαρού ανοιχτά με φαρδιά μπατζάκια, όπως ήταν της μόδας. Εκείνη κρατούσε, πού και πού, κανένα δέμα αγορασμένο από την Ερμού, εκείνος μόνιμα το ντοσιεδάκι. Τον πρώτο καιρό δεν έβγαζαν λέξη. Ούτε τα καθιερωμένα «συγγνώμην», όταν ο νεαρός σηκωνόταν για να κατέβει στη Νέα Ιωνία. Περιορίζονταν στο να ρίχνουν φευγαλέες ματιές˚ τα πόδια της γυναίκας, το πρόσωπο του νεαρού˚ τα μάτια της μιας, το στόμα του άλλου. Κοίταζαν όπως οι επισκέπτες τα ζώα μέσα απ' τα κάγκελα στους ζωολογικούς κήπους. Καθόλου όμως αδιάκριτα, ούτε με επιμονή. Μόνο κάτι σαν διάλειμμα ανάμεσα στις υπόγειες στοές. Δικαιολογούσες αυτές τις ματιές από την έλλειψη ενός φυσικού τοπίου. Μα και όταν ακόμα, από το σταθμό της Αττικής, το τραίνο έβγαινε στον ανοιχτό χώρο, οι δυο συνταξιδιώτες εξακολουθούσαν να κοιτάζονται. Έμεναν απορροφημένοι, χωρίς τη ντροπή πού χωρίζει τ' ανθρώπινα βλέμματα και χωρίς τις στερήσεις που επιβάλλει η καλή αγωγή. Ακουμπούσαν, είναι η αλήθεια, όχι τόσο στα μάτια — κάτι που κούραζε, όπως κουράζει η συνεχής θέα τ' ουρανού — όσο περιδιάβαζαν ο ένας στο δέρμα του άλλου, περνώντας από τους ανοικτούς πόρους, τα μπιμπίκια, τις ελιές, χίλια περιστατικά που πλούτιζαν και χαρακτήριζαν τα πρόσωπά τους. Κάπου-κάπου, η γυναίκα έμοιαζε να συνέρχεται από μια ύπνωση, χαμήλωνε τα μάτια κι έμενε να κοιτάζει τα χέρια της, που για μόνο στολίδι είχαν τη βέρα. Γρήγορα όμως άφηνε πάλι τον εαυτό της ελεύθερο. Πιο πολύ κι απ' τον ίδιο το νεαρό, έμοιαζε να κοιτάζει κάπου πίσω απ' αυτόν, χαμένη μες στην αχλή πού σχημάτιζε ή λάμψη των μαλλιών του. Έμοιαζαν και των δυονών τα βλέμματα να είναι μια αμοιβαία ξεκούραση, μια ανάπαυλα της μέρας που τελείωνε και της νύχτας που ερχόταν. Με την ίδια φυσικότητα άρχισαν να μιλάν. Στην αρχή έλεγαν τα βασικά˚ «καλησπέρα», «καληνύχτα». Έπειτα άρχισαν να ξανοίγονται σε φρασούλες, όπως «ο καιρός κρύωσε» ή «σήμερα έχει πολύ κόσμο». Όταν η γυναίκα φαινόταν φορτωμένη, ο νέος προθυμοποιόταν να της κρατήσει κάποιο δέμα ή όταν τα χαρτιά από το ντοσιεδάκι του νεαρού ξεχείλιζαν, η κυρία τα έπαιρνε, τα ταχτοποιούσε, με χέρια που έμοιαζαν εξαιρετικά ανάλαφρα και στέρεα, επιστρέφοντάς του τα μ' ένα δειλό χαμόγελο σα να του έλεγε, «αύριο πάλι εδώ θα 'μαστε». Από την αρχή είχαν δώσει την εντύπωση μιας οικειότητας και μιας τεράστιας ακρίβειας σ' αυτό που έμοιαζε να 'ναι το ραντεβού τους. Τώρα πια χαμογελούσε ό ένας στον άλλον και συνεννοούνταν μ' ένα κούνημα του κεφαλιού. Το βλέμμα εκεινού κρεμασμένο επάνω της, ήταν σαν κάτι να περίμενε απ' αυτήν, το δικό της, γαλήνιο και κάπως θλιμμένο, έμοιαζε το βλέμμα μιας γυναίκας στερημένης γιό. Δίπλα τους, γύρω τους — άντρες, γυναίκες, στρίγκλικα παιδιά — ήταν σα να μην υπήρχαν. Όλοι μια μάζα, ένας πολτός. Συνέβαινε όπως όταν ταξιδεύεις μ' ένα φίλο στενό ή πρόσωπο αγαπημένο. Τότε η συνείδηση του κόσμου σβήνει γύρω σου, για να επιστρέψει βασανιστικότερη τη στιγμή που ξαναμένεις μόνος. Έτσι συνέβαινε και μ' αυτούς τους δύο. Θαρρούσες πως η διαδρομή ήταν μια πρόφαση. Όσο το ταξίδι διαρκούσε — αυτά τα είκοσι λεπτά — έμεναν αφοσιωμένοι μεταξύ τους, μ' ένα γαλήνιο απαύγασμα στο πρόσωπο που δημιουργεί η συντροφικότητα κι η αρμονική επαφή με τον άλλον. Αντίθετα, μόλις ο νέος σηκωνόταν, αδέξια κάπως συμμαζεύοντας τσιγάρα και ντοσιέ, το πρόσωπο της γυναίκας έπαιρνε μια παγωμένη ουδετερότητα. Μα κι ο νεαρός, περιμένοντας ωσότου ανοίξει η πόρτα, είχε ένα ύφος αδιάφορο που ερχόταν σ' αντίθεση μ' εκείνο που ήταν λίγο πριν. Τις στιγμές εκείνες έμεναν πετρωμένοι κι ανέκφραστοι καθισμένη η γυναίκα, όρθιος ο νεαρός. Έπειτα, καθώς το τραίνο άφηνε τη Νέα Ιωνία, η διαδρομή συνεχίζονταν μονότονα ως την Κηφισιά, οπότε κατέβαινε κι εκείνη. 

Πηγή: cityportal.gr



✦✦✦✦

ii. Αποσπάσματα από το 24ο και τελευταίο μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα «Ο Θησαυρός του χρόνου»


Απόψε αφήνω πάλι τη Λιλή μόνη, αφού πρώτα βεβαιωθώ ότι κοιμάται, κι αρχίζω τα σουλάτσα. Παλιά στέκια, δρόμοι λησμονημένοι, με ονόματα λησμονημένα, ευεργετών, ηρώων, φιλελλήνων, γνωστών που σήμερα είναι άγνωστοι, δρόμοι που οδηγούν σε ερειπωμένα σπίτια, χαμοκέλες, μπαρ που μοιάζουν με φαρμακεία που διανυκτερεύουν, διαμερίσματα-κλουβιά που βλέπουν σε φωταγωγούς.


Φωταγωγός είναι σήμερα πια η πόλη. Κι ας απέκτησε λουσάτα μαγαζιά και εμπορικά κέντρα, διαφημίσεις που αναβοσβήνουν, καταστήματα υγιεινής διατροφής, κέντρα που ξενυχτούν, εμένα μου φαίνεται πιο σκοτεινή κι ασφυκτική παρά ποτέ. Δεν ξέρω αν όσοι βαδίζουν πλάι μου είναι άνθρωποι ή ίσκιοι, δικοί μας ή ξένοι. Κανονικοί ή χαπακωμένοι. Οι μαύροι μοιάζουν με μπάλωμα στο δέρμα της νύχτας, κι ακούω τις χρωματιστές πουτάνες να ξεσκίζονται σε γέλια και λαρυγγισμούς. Πέρα, στο βάθος, κάτω από σήραγγες, γέφυρες κι ανισόπεδες διαβάσεις, ακούω τα’ αυτοκίνητα με λάστιχα ξεφούσκωτα, λαχανιασμένα. Η σειρήνα κάποιου ασθενοφόρου ρίχνει ένα φως εναλλασσόμενο σαν διαφήμιση που περιοδεύει. Δεν ξέρω αν μέσα εκεί βρίσκεται κάποιος μεθυσμένος, τρυπημένος ή αυτοκτόνος που ψυχορραγεί με μάσκα οξυγόνου και μπηγμένο στις φλέβες του έναν ορό. Οι σειρήνες των περιπολικών οργώνουν την άσφαλτο και οι κλούβες αράζουν σε νευραλγικά σημεία, φυλακές σε τουρνέ, που μαζεύουν κομπάρσους στο έγκλημα.

Τι θα ‘λεγε η Λιλή αν ήξερε που γυρίζω!

Μια ταμπέλα ξεθωριασμένη από τα καυσαέρια, να χορεύει με τους αέρηδες και μουντζουρωμένη από τα παιδιά των γκράφιτι, δηλώνει την είσοδο του ξενοδοχείου, απ’ αυτά που καταχρηστικά ονομάζουν «δι’ οικογενείας». Προσπαθώ να διαβάσω τα ξεβαμμένα γράμματα, σαν αρχαία ταφική επιγραφή: Ξενοδοχείο «Η Ωραία Θεσσαλία». Με την είσοδό μου χτυπάει ένα καμπανάκι, μαζί κι ένα άλλο, που αυτό ηχεί κάπου βαθιά μες στο μυαλό μου. Στο γκισέ ένας γέρος, φωτισμένος με μια λυχνία νυκτός, ακουμπά με όλο το βάρος των αγκώνων του πάνω στο βιβλίο εισερχομένων πελατών. Το κεφάλι του γέρνει επικίνδυνα προς τα μπρος σε άσκηση υπνοβασίας. Από στιγμή σε στιγμή, νομίζω, θα κοπεί πέφτοντας πάνω στο ανοιχτό βιβλίο, σαν άλλη κεφαλή του Βαπτιστή.
……………………………………………………………………………….
«Λοιπόν;» με ρωτάει ο παράδοξος ταξιτζής μου. «Πώς τα περνάτε αυτές τις δύσκολες στιγμές;»

Τον κοιτάω καχύποπτα. Πού ξέρει αν εγώ περνάω δύσκολες στιγμές;

«Καλά, λοιπόν», αποκρίνεται μόνος του. «Το καλύτερο είναι να το διασκεδάσουμε. Το έχετε και το έχω ανάγκη. Παρακαλώ», λέει στον μπάρμαν, «αυτό δε είναι ποτό. Ένα Brancusi για τον κύριο, παρακαλώ».

Ο θεός Κάλι αποσύρει με ένα από τα πολλά του χέρια το Gordon’s Space και μου σερβίρει σ’ ένα κωνικό ψηλό ποτήρι ένα υποκίτρινο υγρό, όπου επιπλέουν κόκκινες φουσκάλες σαν παραγινωμένες φράουλες.

«Πλήρες, παρακαλώ», διατάσσει ο απαίσιος συνοδός μου.

Ο θεός Κάλι, μ’ ένα ταχυδακτυλουργικό παίξιμο στα δάχτυλα, ρίχνει από ένα σκεύος που μοιάζει με αλατιέρα μια περίεργη σκόνη, που αμέσως κάνει το ποτό μου ν’ αφρίσει, κι εμένα να φτερνιστώ.

Την ίδια στιγμή η μούμια ο σοφέρ με σπρώχνει στο βάθος του μαγαζιού που, αν δεν είναι καθρέφτης, πάντως πολλαπλασιάζει τα είδωλά μας.

Ο κόσμος που αντικρίζω είναι ένα βενετσιάνικο καρναβάλι. Άψογα ενδεδυμένοι με απαστράπτοντα ρούχα εποχής, περιδέραια, βαρύτιμα δαχτυλίδια, λευκές περούκες και μάσκες ιριδίζουσες με γαμψές μύτες. Οι χειρονομίες κομψές, τα νεύματα όλο νόημα, τα χαμόγελα επιπλέουν σαν γόνδολες σε κανάλι.

«Τι είναι εδώ;» ρωτώ.

«Θα το δείτε μόνος σας», μου λέει ο ολέθριος διασκεδαστής.

Στο βάθος του καθρέφτη, σκαραφαλωμένο σε’ ένα ψηλό σκαμπό, κάθεται ένα ολόγυμνο αγόρι.

«Τι λέτε τώρα;» μου λέει ο αυτοσχέδιος νταβατζής. «Σας αρέσει;»

«Καθόλου», λέω πεισματικά.

Έτσι γυμνός μ’ αυτές τις τριχάρες στα πόδια, το ασπριδερό δέρμα, το βουλιαγμένο στήθος και τις ωμοπλάτες σαν κέρατα βοδιού, πώς να μου αρέσει;

«Το πρόσωπο;»

«Δεν πρόσεξα το πρόσωπο. «Ένα κοινό, αξύριστο αγόρι».

«Και όμως», μου λέει, «για τον ίδιο νεαρό ντυμένο, προκειμένου να βγάλει τα ρούχα του, θ’ αδειάζατε το πορτοφόλι σας, κύριε».

Ήταν δυνατόν να το κάνω ποτέ αυτό εγώ; Ή μήπως έχει δίκιο; Άραγε, όλοι αυτοί που έφτιαχναν ένα μπουκέτο ολόγυρά μας, ντυμένοι με δαντέλες, βελούδα, λουστρίνια, μπότες ως το γόνατο, μήπως γυμνοί δεν θα παρουσίαζαν το ίδιο θλιβερό θέαμα, όσο και το καχεκτικό αγόρι πάνω στο σκαμπό;

«Είδατε, κύριε», ακούω το απαίσιο οδηγό να μου λέει. «Τι άλλο είναι η επιθυμία για το ανθρώπινο σώμα παρά μια μορφή ανθρωποφαγίας! Τι μας ξεχωρίζει από τις φυλές των αγρίων στην Αφρική που εξασκούνται σε αυτό το σπορ; Τίποτα, απολύτως τίποτα».



Διαβάστε περισσότερα: https://homouniversalisgr.blogspot.com/








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου