ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

 

Ιακωβίδης Γεώργιος-Γαρίφαλλα, 1918

Νικηφόρος Βρεττάκος - ΓΕΝΕΣΗ

Αὐτὸ τὸ γαρύφαλλο, ποὺ κρατώντας το
ἀνάμεσα στὰ τρία μου δάχτυλα
τὸ σηκώνω στὸ φῶς, μοῦ μίλησε καὶ
παρὰ τὸν κοινὸ νοῦ μου τὸ κατανόησα.

Μι᾿ ἁλυσίδα ἀπὸ ἀτέλειωτους γαλαξίες
συνεργάστηκαν,
διασταύρωσαν κάτω στὴ γῆ φωταψίες
– τὸ σύμπαν ὁλόκληρο πῆρε μέρος στὴ
γέννηση
αὐτοῦ τοῦ γαρύφαλλου.
Κι᾿ αὐτὸ ποὺ ἀκούω εἶναι οἱ φωνὲς
τῶν μαστόρων του μέσα του. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Ιακωβίδης Γεώργιος-Λουλούδια 1


Νίκος Εγγονόπουλος - Τ Α  Γ Α Ρ Υ Φ Α Λ Λ Α

φάγαμε το μπαρούτι με τη χούφτα
στ’ άγρια βουνά και
τα λαγκάδια
της Βόρειας Ηπείρου
και φάγαμε
το ξερό ψωμάκι
αυτό π’ αρμόζει
στον καλλιτέχνη
στον ποιητή
μόνη παρηγοριά
τα λουλούδια :
είτανε τα γαρύφαλλα…
μα κάτι γαρύφαλλα !

Ed. Manet, Γαρύφαλλα και κληματίδες. 1882. Musée d' Orsay.


Γιώργος Ιωάννου, Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή

Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλειφε η βροχή
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ’ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ’ την καρδιά
το είδωλό του θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954)


John Collier -  γυναίκα στα ροζ που μεταφέρει ροζ γαρύφαλλα.

Κωστής Παλαμάς -Γαρούφαλα

Και τη δική σας την ψυχή, γαρούφαλα, ήπια!
Κι ο ψαράς μελαψός, και μελαψή και η χώρα
από την άρμη, απ’ τη νοτιά κι από τον ήλιο,
και γύρω στο λαιμό της μελαψής τής χώρας
σαν κύκλοι κοραλλένιοι τα γαρούφαλα είναι.
Γαρούφαλα των κήπων και των παραθύρων,
γαρούφαλα σα στέμματα και σαν αστέρια,
δώρα κάθε χεριού, καμάρια κάθε στήθους,
ω εσείς, που αραδαριά στα σκαλοπάτια ώς πέρα
το πέρασμα μυρώνετε του κάθε ανθρώπου,
και κάποτε το φόρεμα σας συνεπαίρνει,σαν αγέρι, 
της νιας που ανεβοκατεβαίνει·
γαρούφαλα μεστά, γαρούφαλ’ άπλερα, άνθια
που δε λιγώνετε καθώς τα ρόδα, και, όπως
τα γιούλια, δε δροσολογάτε και τη σάρκα
και την ψυχή, και κρύβετε στην ευωδιά σας
κάτι απ’ της λιμνοθάλασσας τ’ αψύ το χνότο,
κι όταν είστε χλωμά σα λιγοθυμισμένες
παρθένες, κι όταν μια φωτιά κοσμοχαλάστρα
τα φύλλα σας φλογίζει, δίχως να τα καίει.
Γαρούφαλα, που πότε δείχνετε τη γύμνια
του κορμιού του παιδιάτικου φρεσκολουσμένου,
πότε τα παρδαλά νάνων τρελών στολίδια,
και πότε την πορφύρα των αυτοκρατόρων,
όλη η μεθύστρα η μουσική της κοκκινάδας
σαν απ’ ορχήστρα πολυόργανη βγαλμένη,
σκορπιέται από τα σπλάχνα σας και δε σωπαίνει,
και για τα μάτια μου αρμονίες όλο και παίζει.
Και τη δική σας την ψυχή, γαρούφαλα, ήπια!


https://www.greek-language.gr/



Ferdinand Hodler - Κορίτσι  με γαρύφαλλα. 1886.



Γιάννης Ποταμιάνος - Κόκκινα γαρύφαλλα

 

==================

Τώρα που η δυστυχία

Σαν άγριο άλογο

……………… Καλπάζει ξέφρενα

……………………………... στην πόλη

Έκλεισαν οι πόρτες

σφραγίστηκαν τα παράθυρα

Και εμείς χωθήκαμε

……………… σε βαθιά σεντούκια

παρέα με τις παλιές ιδέες

που θησαυρίσαμε στη νιότη μας

Και μια ανοιχτή πληγή

……………… στο στήθος

Όμως είναι ζωντανές της νιότης μας

……………………………... οι ιδέες

Αγάπες ανυπότακτες,

……………… πυρπολούνε το μυαλό μας

Ας ανοίξουμε λοιπόν

……………… τα πουκάμισά μας

Να δραπετεύσουν οι πυγολαμπίδες

Στους δρόμους ας βγούμε

……………… να γίνουμε πυροφάνια

Και το αίμα μας

ας γίνει κόκκινο λουλούδι

……………… στα πεζοδρόμια

Να ποτίσει το φουστάνι

……………… της ελπίδας

Ας βιαστούμε όμως πριν μαραθεί

το γεράνι, στην καρδιά μας

Να καρφώσουμε και πάλι

……………… Τα κόκκινα γαρίφαλα

στο πέτο μας

Και ας πνιγεί η πόλη, στην τσίκνα

……………… της εξέγερσης

=============================

5 Ιουνίου 2010

Γιάννης Ποταμιάνος

https://spartinos.ning.com




Πάμπλο Πικάσο - Ο Ανθρωπος με το γαρύφαλλο ( Νίκος Μπελογιάννης)

Όταν  ρώτησαν τον Πικάσο γιατί δεν «έκλεισε» το πορτρέτο, ο καλλιτέχνης δήλωσε χαρακτηριστικά: «Το σκίτσο δεν είναι ατελές. Είναι ανοιχτό πάνω ακριβώς απ’ το κεφάλι του, γιατί τίποτα δε θα μπορούσε να περιορίσει τη σκέψη και τις ιδέες του. Όχι μια γραμμή. Ούτε καν μια σφαίρα.»

Γιάννης Ρίτσος - Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο.


ΣΗΜΕΡΑ το στρατόπεδο σωπαίνει.
Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή
όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.
Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.

Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.
Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.
Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.
Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.
Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους
το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΑΝ. Τους σκότωσαν.
Ένας άνεμος που πέρασε μες απ’ το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.
Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.
Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.
Τους σκότωσαν.
Ο Πέτρος που ξυρίζονταν στην αυλή μπρος σ’ ένα καθρεφτάκι της τσέπης απόμεινε με το χέρι στον αέρα κρατώντας την ξυριστική του μηχανή σα να κρατούσε με τα δύο του δάχτυλα το χέρι του κόσμου και να μετρούσε το σφυγμό του.

Ο Βαγγέλης που ’πινε το πρωινό του τσάι
απόμεινε με τη μπουκιά στο στόμα
σα να κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του μια πέτρα.

Είταν πικρό το τσάι σήμερα. Αφουγκραζόμασταν
ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο –
ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.
Μπορεί να ’ταν ο τροχός της ιστορίας.
Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα
το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της
πέτρωσε εκεί σα να κατάλαβε
τι μαύρο που ’ναι το μαύρο χρώμα
σα να ’δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.

Μπορεί και να ’ταν ο τροχός της ιστορίας. Τους σκότωσαν.
Σάλεψε ή γη. Σάλεψαν τ’ αγκωνάρια του ουρανού.
Σάλεψε το δοκάρι του σπιτιού. Σάλεψε ή κρεμασμένη λάμπα
όπως σαλεύει το καρύδι στο λαιμό του ανθρώπου που καταπίνει το λυγμό του.

Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.
Κι είταν παράξενο να βλέπεις που δε σαλέψανε καθόλου οι αγελάδες και τ αρνάκια στην ταμπέλα του χασάπικου,
μόνο σα να ’σκυψαν λιγάκι τα κεφάλια τους
και ν’ αφουγκράζονταν κάτου απ’ της γης ένα βαθύ-βαθύ ποτάμι.

Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.
Απόσπασμα 

Διαβάστε περισσότερα https://homouniversalisgr.blogspot.com/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου