ΙΩΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΛΕΝΤΑΡΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ - ΘΑΝΑΤΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ )

 Βίντεο - Ιωάννα Βλάχου 


Αυγουστιάτικος άνεμος του ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΒΡΕΤΤΑΚΟΥ

Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα στην κάτασπρη γύρη του. Νιώθω μέσα στο στήθος μου την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και χαρούμενος, προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι κάθεσαι και δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός, δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε, ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις φωτιά στην κυψέλη σου. Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα; Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΑΛΕΝΤΑΡΙ

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


Την 1η Αυγούστου σε ηλικία 65 ετών έφυγε από τη ζωή ο ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γιάννης Ρηγόπουλος (1952- 1 Αυγούστου 2017), έπειτα από σύντομη μάχη με την επάρατη νόσο. Γεννήθηκε στη Νεστάνη της Αρκαδίας το 1952. Μεγάλωσε στο Άργος. Σπούδασε Οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ στην Αθήνα και γύρισε στο Άργος όπου ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και με τη δημοσιογραφία. Ο Γιάννης Ρηγόπουλος το 1975 εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Αναγέννηση».Παράλληλα, οργάνωσε τις εκδόσεις «Ελλέβορος». Στις σελίδες του «Ελλέβορου» και της «Αναγέννησης» βρήκαν φιλοξενία δεκάδες άρθρα με θέματα τέχνης και πολιτισμού.Ο Γιάννης Ρηγόπουλος είχε μια πλούσια ποιητική παρουσία με σημαντικές εκδόσεις και ποιητικές συλλογές. Μερικές από αυτές είναι: «Χιμαιροπλόκος» (1969), «Παράσταση» (1971), «Πειράματα επί φασιόλων» (1981), «Μικρό ανθολόγιο Αργείων ποιητών» (1994), «Είναι κάτι καράβια φαντάσματα» (1996), «Ενδοφλεβίως» (1998), «Λη» (2005).Το 2005 βραβεύτηκε για την παρουσία και την προσφορά του από τη Νομαρχία Αργολίδας και από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Άργους.

«ΑΚΙΝΗΣΙΑ»

Στ’ αρχαία πεζοδρόμια
δεν ακούω τα βήματα των προγόνων.
Σημάδια από σκοτεινό αίμα
θρηνούν τον άγγελο
που ήταν της νιότης.
Τώρα σε μια ακινησία καθισμένος
γράφω τραγούδια
που κανείς δεν θα τα νιώσει.

«ΞΥΔΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ»

Στην κορυφή της σκάλας
στέκεσαι και αγναντεύεις τη θάλασσα
Στο πρώτο σκαλοπάτι πεσμένος
προσπαθεί να κουνήσει τα φτερά του:
Άγγελος είναι λαβωμένος.
Δεν τον κοιτάς.
Ο δικός σου άγγελος περιμένεις νάρθει από τα νερά.
Ο λαβωμένος θέλει να σου πει μια ιστορία
πούχει να κάνει με την αγάπη
με τη θάλασσα
και τα μαχαίρια.
Θέλει να σου πει πως τον βρήκαν απροστάτευτο
από τη δική σου απαντοχή
και τούσπασαν τα φτερά.
Ελεύθερη νάσαι πια
Να μην τον καρτερείς γιατί δεν θάρθει.
Όμως όπως εκείνα τα πουλιά
που έχουν δεχτεί τα βόλια
και σέρνονται στους θάμνους ή τα πεζοδρόμια
ήρθε στο πρώτο σκαλί σου κι έπεσε.
Είναι αυτός που καρτερούσες.
Ξέπλυνε τον με ξύδι
και ράντισε τον με αρμύρα.


Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στην Κηφισιά στις 3 Αυγούστου 1975,σε ηλικία 74 ετών από καρκίνο του πνεύμονα. Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του'30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, πιστός στο κίνημα όσο κανένας άλλος Έλληνας συγγραφέας. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζει η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, ως το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με την “Υψικάμινο” που αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία και χλευασμό από τους περισσότερους κριτικούς, η ποιητική του συλλογή “Ενδοχώρα” επαινέθηκε και υπήρξε δημοφιλέστερη, ωστόσο και οι δύο συλλογές άσκησαν αποφασιστική επίδραση σε σύγχρονους λογοτέχνες. Σημαντικό τμήμα του έργου του εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

«ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ..»

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευση των υπαρχόντων
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας…
[Υψικάμινος, 1935]

«ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΑΥΛΑΙΕΣ»

Είναι τα βλέφαρά μου
διάφανες αυλαίες.
Όταν τα ανοίγω βλέπω
μπρος μου ό,τι κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω
μπρος μου ό,τι ποθώ.

«ΗΧΩ»

Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
μέσα στο δάσος με τον βόμβο των εντόμων
και τις βαρειές σταγόνες απ’ τ’ αγιαζι
που στάζει στα φυλλώματα των δενδρων
κ’ ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
κρατώντας μέσ’ στο στόμα τους τραγούδια
που μάθαν όταν ήτανε παιδιά
και παίζανε κρυφτούλι μέσ’ στο δάσος.


Στις 4 Αυγούστου 1968 πέθανε έπειτα από καρδιακή προσβολή στην Αθήνα η Μυρτιώτισσα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου). Είναι από τις σημαντικότερες γυναικείες φυσιογνωμίες στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης. Η ποίηση ήταν διέξοδος στον ρομαντικό και συναισθηματικό χαρακτήρα της Θεώνης Δρακοπούλου. Το ποιητικό έργο της κυριαρχείται από έντονο λυρισμό, ενώ συχνά θέματά της είναι η φύση και το δίπτυχο έρωτας-θάνατος. Άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, έγραφε, απελπισμένη, για τον έρωτα αλλά και γεμάτη αγάπη για τη φύση, ποιήματα τα οποία διέτρεχαν το πάθος και η ειλικρίνεια. Τα ποιήματά της είναι αμιγώς ερωτικά και συγκινούν με την γνησιότητα της λαϊκής ιδιοσυγκρασίας της. Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης (το 1932 για τα Δώρα της αγάπης και το 1939 για τις Κραυγές). Μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της εξέδωσε το βιβλίο Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια (1962). Τα τελευταία χρόνια της ζωής της υπέφερε από διαβήτη κι έζησε απομονωμένη στο σπίτι της στη συνοικία της Πλάκας στην Αθήνα.

«ΕΡΩΤΑΣ ΤΑΧΑ»

Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;
Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;
Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;
Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
και καλώς να ‘ρθει το κακό
που είν’ από σένα·
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα.


«Σ’ ΑΓΑΠΩ»

Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
Τίποτ’ άλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορπώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου

Τα δυο χέρια μου, να…
Στα προσφέρω δετά
Για να γείρεις γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνει ως αυτά
Προσκεφάλι

Ω μελίσσι μου, πιες
Απ’ αυτόν τις γλυκές
Τις αγνές ευωδιές
Της ψυχής μου!

Σ’ αγαπώ τι μπορώ
Ακριβέ να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό
Πιο μεγάλο;

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 4 Αυγούστου 1991. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1 Ιανουαρίου 1912 – 4 Αυγούστου 1991) ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος και ακαδημαϊκός θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές.Είχε προταθεί 4 φορές για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Για το έργο του απέσπασε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1940, το 1965 και το 1982, το Βραβείο Ουράνη το 1974, το Βραβείο «Knocken» και το βραβείο της Εταιρίας Σικελικών Γραμμάτων και Τεχνών το 1980, καθώς και το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1989. Λίγους μήνες πριν τον θάνατο του αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου στο τμήμα Φιλολογίας. Ύψιστο αγαθό για τον Βρεττάκο υπήρξε πάντα η αγάπη και η δύναμη της. Πίστευε πως μέσα από την αγάπη και την ομόνοια ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει τα πάντα και να ξεπεράσει κάθε εμπόδιο. Ο «ποιητής του φωτός και της αγάπης», όπως αποκλήθηκε, εξέφρασε με το έργο του το πανανθρώπινο όραμα της Ειρήνης και της Δικαιοσύνης. Έφυγε στις 4 Αυγούστου 1991, ατενίζοντας τον αγαπημένο του Ταΰγετο, από το οικογενειακό κτήμα στην Πλούμιτσα Λακωνίας.

«ΑΝ ΔΕΝ ΜΟΥ ‘ΔΙΝΕΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΡΙΕ»

Αν δε μου ’δινες την ποίηση, Κύριε,
δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω.
Αυτά τα χωράφια δε θα ’ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ’χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουν οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημός μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.

Λοιπόν; Πως σου φαίνονται; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ’ αμπέλια μου;
Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι έχω ακόμη καιρό!
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.

Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται.
Ωστόσο,
δεν ξοδεύω τον ήλιό σου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα ’ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να’ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να’χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.

«ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΣΑΛΠΙΓΓΑ»

Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.
Νὰ τὴν κάνεις περιπατητικὸ ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα-στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ. Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων. Ἐγὼ
μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχω ὡς αὔριο.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου.

Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη.

«ΤΟ ΚΑΘΑΡΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ»

Δὲν ξέρω, μὰ δὲν ἔμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ὁ ἥλιος χύθηκε μέσα μου ἀπὸ χίλιες πληγές.
Καὶ τούτη τὴ λευκότητα ποὺ σὲ περιβάλλω
δὲ θὰ τὴ βρεῖς οὔτε στὶς Ἄλπεις, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἀγέρας
στριφογυρνᾶ ὡς ἐκεῖ ψηλὰ καὶ τὸ χιόνι λερώνεται.
Καὶ στὸ λευκὸ τριαντάφυλλο βρίσκεις μιὰ ἰδέα σκόνης.
Τὸ τέλειο θαῦμα θὰ τὸ βρεῖς μοναχὰ μὲς στὸν ἄνθρωπο:
λευκὲς ἐκτάσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν ἀληθινὰ
στὸ σύμπαν καὶ ὑπερέχουν. Τὸ πιὸ καθαρὸ
πράγμα λοιπὸν τῆς δημιουργίας δὲν εἶναι τὸ λυκόφως,
οὔτε ὁ οὐρανὸς ποὺ καθρεφτίζεται μὲς στὸ ποτάμι,
οὔτε ὁ ἥλιος πάνω στῆς μηλιᾶς τ᾿ ἄνθη. Εἶναι ἡ ἀγάπη.


Ο Βύρων Λεοντάρης έφυγε από τη ζωή στις 6 Αυγούστου 2014 σε ηλικία 82 ετών. Ο Βύρων Λεοντάρης γεννήθηκε στη Νιγρίτα Σερρών και μεγάλωσε στη Σάμο. Το 1939 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, ενώ σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος. Ήταν ποιητής και κριτικός δοκιμιογράφος της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.. Άρχισε να δημοσιεύει τα γραπτά του το 1954. Το 1997 έλαβε το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του «Εν γη αλμυρά».Υπήρξε μια σημαντική λυρική φωνή, της ελληνικής λογοτεχνίας. Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά και τουρκικά.

Πονώ γιατί πέρασε μέσ’ απ’ την καρδιά μου
ένα μεγάλο αγκάθι
σπρωγμένο με τόση άνεση από δάχτυλα
που αγάπησα δίχως ελπίδα δίχως σύνεση
και τώρα πια δεν έχω λόγια να σκεπάσω τούτη την πληγή
φωνές για να την κρύψω.
Γιατί, δε θέλω, δεν μπορώ, δεν καταδέχομαι,
όσα έζησα
τώρα μονάχα ποίηση να ’ναι.
Από τη συλλογή Η ομίχλη του μεσημεριού (1959)

«ΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ» (απόσπασμα)

Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης …
Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα ―μα πού πάνε;―
…Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν ― μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.


«Η ΟΜΙΧΛΗ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ»

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει,
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.
Η πίστη σου − που τη σηκώναν άλλοι −
βαραίνει τώρα και συνθλίβει
καμιά σιωπή πια δε σε κρύβει
καμιά καταφορά δεν αναβάλλει.
Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη,
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
− σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες: ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη…
Ποτάμι που έχει μείνει ξερή κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει;
Σου άξιζε εσένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι…
Από τη συλλογή «Η ομίχλη του μεσημεριού» (1959).


Στις 6 Αυγούστου 1996 πέθανε ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου(φιλολογικό ψευδώνυμο του Νικολάου Αρσλάνογλου) σημαντικός μεταπολεμικός ποιητής. (Θεσσαλονίκη, 17 Σεπτεμβρίου 1931 - Αθήνα, 6 Αυγούστου 1996).Γραμματολογικά ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Σεπτεμβρίου 1931. Τέλειωσε το πειραματικό σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1949), όπου στη συνέχεια σπούδασε γαλλική φιλολογία. Η πρώτη ποιητική συλλογή του, Ο δύσκολος θάνατος, τυπώθηκε το 1954 στη Θεσσαλονίκη. Από το 1968 εργάστηκε ως καθηγητής της γαλλικής γλώσσας σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών στη Θεσσαλονίκη. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960 διέμενε στο πατρικό διαμέρισμα (Π. Π. Γερμανού 27) στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κατόπιν μετακόμισε στην οδό Ερμού, μετά στην Κωνσταντινουπόλεως 29. Από το 1977 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έζησε στη Θεσσαλονίκη ως το φθινόπωρο του 1979, οπότε και μετακόμισε στην Αθήνα όπου εργάστηκε ως επιμελητής στον ξενόγλωσσο εκδοτικό οίκο Ευσταθιάδη. Δεν ενδιαφερόταν για τη δημοσιότητα ούτε καν για την έκδοση των βιβλίων του, που στη δεκαετία του 1970 ήταν δυσεύρετα ακόμη και στη Θεσσαλονίκη. Σταμάτησε να γράφει ποίηση το 1976, σε ηλικία σαράντα τεσσάρων ετών. Ακολούθησαν έως τον θάνατό του, το 1996, είκοσι χρόνια σιωπής. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν από έλληνες συνθέτες. Στις 6 Αυγούστου 1996 πέθανε από καρδιακή προσβολή στο δώμα όπου διέμενε τα δύο τελευταία χρόνια στην Αθήνα σε ηλικία 65 ετών. Η Θεσσαλονίκη, η ευρύτερη περιοχή της και το μακεδονικό τοπίο σφράγισαν την ποιητική του δημιουργία. Η σχέση του ποιητή με την Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, αποτυπώνεται και ρητά σε ορισμένα ποιήματά του: Αεροδρόμιο Μίκρας, Πένθιμο τραγούδι της Επανομής, Τάφοι της Αγίας Παρασκευής, Στο Καρνάγιο. Ποιητής του πένθους, της απώλειας της αθωότητας, της ενότητας, της αρμονίας, ποιητής αστικός που σεργιανίζει στην πόλη, όπως λέει σε ένα ποίημά του, και μεταποιεί τις εικόνες της, συνδέοντάς τις με τις αισθήσεις και τα αισθήματα, ο Ασλάνογλου είναι χαμηλόφωνος, συγκρατημένος, υποβλητικός. Τα ποιήματά του δεν έχουν ποτέ τελεία στο τέλος για να συνεχίζουν τον δρόμο τους μετά τη δημοσίευση, στον αναγνώστη και πέρα από αυτόν. Έγραφε δύσκολα, διορθώνοντας ξανά και ξανά τα ποιήματά του. Έρωτας, μνήμη, θάνατος, αίσθηση ματαιότητας σε έναν κόσμο που μοιάζει να έχει χάσει τον εσωτερικό ρυθμό του, αίσθημα, αίσθηση και ομορφιά, υπαρξιακή ερημία, αυτές είναι ορισμένες από τις κεντρικές θεματικές του.

«ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ»(απόσπασμα)

Το καλοκαίρι κύλησε πολύ γλυκά. Ξεχάσαμε
την άσκηση του νου, τους δύσκολους καιρούς της εγκαρτέρησης,
την καθαρή ανάμνηση δίχως επιστροφή ταχυδρομείου,
την προσευχή γιʼ αυτούς που ορίσανε τυραννικά τη σκέψη.
Ωραία πέρασε το καλοκαίρι μας, η αισθηματική μουσική, τα γραμμόφωνα,
τα πάρτυ στην ταράτσα της έπαυλης
και μας κερνούσανε τα δυνατά λικέρ ….
και το φθινόπωρο θα βάραινε μονάχα σαν μια καινούργια αρχή.
Ζήσαμε ένα εξαίσιο καλοκαίρι.
Κι είναι ο Οκτώβρης ένας μήνας στρυφνός και παράξενος
τώρα που έχουμε ξεμάθει πια την άσκηση και τη σπατάλη της θυσίας.

«Η ΠΟΙΗΣΗ ΔΕ ΜΑΣ ΑΛΛΑΖΕΙ»

Η ποίηση δε μας αλλάζει τη ζωή
το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής
η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε
δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση
κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη


Στις 7 Αυγούστου γεννήθηκε ο Ιάσων Δεπούντης (1919 - 2008) στην Κέρκυρα. Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Προσαλέντη, στην Κέρκυρα. Επίσης, έκανε σπουδές Συνταγματικού Δικαίου (1941-42), Παιδαγωγικών (1941-43), Κοινωνιολογίας (1954-55) στην Αθήνα, Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας (1954-56) στην Αθήνα και το Παρίσι και Μοντέρνων Μαθηματικών (1970-72) στη Ζυρίχη. Με τα πρώτα του ποιήματα δηλώνει μοντερνιστής, αργότερα εντούτοις η ποίησή του έγινε αφηρημένη. Εστιάζεται στην παντοδυναμία της φύσης, ενώ τον φοβίζει η χωρίς φραγμούς χρήση της τεχνολογίας. Στην ποίησή του, εκτός από τον λόγο, ενσωματώνει κολάζ, φωτογραφίες, ακόμη και αποκόμματα εφημερίδων. Τα ποιήματά του, ποιήματα-συνθέσεις, παραπέμπουν κάποιες φορές στην οπτική ποίηση και στη συγκεκριμένη ποίηση, επιδέχονται δε πολλών ειδών αναγνώσεις. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά.Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά και στα γερμανικά. Πέθανε στη Ζυρίχη στις 23 Ιουνίου 2008, σε ηλικία 89 ετών, μετά από σύντομη περιπέτεια της υγείας του.

«ΣΤΑ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ»

Τώρα βρίσκομαι μʼ όλα τʼ άρρωστα κι αδύναμα πουλιά μαζί
πάλε τη στέγη ράγισε η σιωπή για τη θλιμμένη ανάμνησή μου.
Τʼ άλλα που θα διηγηθώ είναι οράματα-
Τις νύχτες ενώ δεν ταράζει τον ύπνο μας η συννεφιά ή τʼ όνειρο
ξυπνούμε πολλές φορές – τα πουλιά στη φωλιά τους
κι εγώ στο κρεβάτι μου και κλαίμε.
Μένουν μονάχα τους κι αυτά – και ξέρουν
πόσο κρυώνει ένα πουλί έξω από τη φωλιά του.

«Η ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ» (απόσπασμα)

…Τότε ήταν στην επιστροφή που πρόσεξα τα χέρια της
χρυσοπράσινα κλωνάρια της τριανταφυλλιάς.
Τότε ήταν στο γύρισμα της νύχτας που άκουσα
θρόισμα φύλλων τις κουβέντες της.
Τότε στην επικράτεια του κυκλάμινου στον κήπο της
επήρα έδωσα συνέχεια στα ερωτήματά μου
"πώς έτσι εκεί μπορεί να βγαίνει
σύμβολο ζωής από το θάνατο
ένα ευαίσθητο κυκλάμινο;"
Το ονομάζω : Άνθισμα γραφής…….
Τότε ήταν που φάνηκαν τ’ αέρινα ίχνη του πουλιού στην άμμο.
Τότε που γίναν τα πατήματά του όρθια τρίγωνα σχεδόν γραφής.
Τότε βαθύτερα στο χώμα χάραξαν τα νύχια τους μορφές γραμμάτων.
Οδήγησαν τη σκέψη μου: τύποι και σύμβολα τα μαθηματικά της φύσης.
"Ακούς;" μου λες "εσέ καλούν: ¨λευτέρωσέ μας¨".
"Να τα πάρεις" μου είπες "είναι οι στίχοι σου."
Όλα τα άλλα πουλιά πετούσαν στο στερέωμα
προσομοιώματα άστρων.
Χάος πάλι εσύ;


Στις 8 Αυγούστου γεννήθηκε ο Γιάννης Νεγρεπόντης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Ιωάννης Ξυνοτρούλιας, Λάρισα, 8 Αυγούστου 1930 – Αθήνα, 22 Σεπτεμβρίου 1991) ποιητής, πεζογράφος και στιχουργός. Σπούδασε αρχαιολογία στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Συνεργάστηκε με περιοδικά και εφημερίδες όπως και με την ΕΡΑ. Μετά το 1967 ασχολήθηκε με τη συγγραφή στίχων για τραγούδια. Καταπιάστηκε και διακρίθηκε σε όλα τα είδη του γραπτού λόγου: ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, τραγούδι, κριτική, δοκίμιο, χρονογράφημα, σάτιρα, ευθυμογράφημα, παιδικά, ραδιοφωνικό σχόλιο. Πέθανε στις 04.00 τα ξημερώματα της Κυριακής 22 Σεπτεμβρίου του 1991 στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών όπου νοσηλευόταν λόγω καρκίνου σε ηλικία 61 ετών

«O ΕΡΓΕΝΗΣ»

Το θέατρο πανάκριβο, το σινεμά επίσης
κι η μοναξιά αφόρητη στο σπίτι να καθίσεις.
Διάλεξις εδίδετο περί του Μαλακάση
κι είπε κι αυτός ο έρημος να πάει να ξεσκάσει.

Βεβαίως κάπως έπληξε πολλές χρονολογίες,
μα ευτυχώς υπήρξανε και οι απαγγελίες.
Η ώρα του επέρασε χωρίς καμιά δεκάρα,
άσε που είχε όφελος κι εφτά οχτώ τσιγάρα.


«ΔΕΙΛΙΝΟ»

Σύννεφο τριανταφυλλί πέφτει μες στη λίμνη
και γλυκό ένα φιλί φιλικό της δίνει.
Σύννεφα τριανταφυλλιά σαν τα τριαντάφυλλα
γέμισε η λίμνη. Μοιάζει με τριανταφυλλιά
με τα τριαντάφυλλα η μικρή μας λίμνη.
Γύρω γύρω ένα χορό γύρω από τη λίμνη,
χαρωπό ένα χορό παιδομάνι στήνει.
Σύννεφα τριανταφυλλιά σαν τα τριαντάφυλλα
γέμισε η λίμνη. Μοιάζει με τριανταφυλλιά
με τα τριαντάφυλλα η μικρή μας λίμνη.


«ΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ»

Την πόρτα άνοιξες και μπήκες
χωρίς μια λέξη να μου πεις
και γέμισε η κάμαρά μου
απ’ το τραγούδι της σιωπής
Τα πιο ωραία τραγούδια δεν τ’ ακούμε
τους πιο ωραίους στίχους, δεν τους γράφουμε ποτέ
Κάποτε είν’ ωραίο αυτό που ζούμε
μα είν’ αδύνατο με λόγια να το πούμε
Μου φτάνει, που άνοιξες και μπήκες
αυτό μου είναι αρκετό
που γέμισε η κάμαρά μου
κι εγώ σαν πρώτα σ’ αγαπώ.


Ο Διομήδης Βλάχος πέθανε στις 9 Αυγούστου 2004, σε ηλικία 51 ετών. Ο Διομήδης Βλάχος γεννήθηκε στην Περίθεια της Κέρκυρας το 1953. Σπού­δασε γεωλογία στο Πανεπιστήμιο της Παβίας. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση. Υπήρξε μέλος της ευρύτερης εκδοτικής ομάδας και βασικός συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού Πόρφυρας. Ποιήματά του δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά Νέα Εστία, Πάροδος, Περίπλους, Πόρφυρας κ .ά. Εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές («Σχιστόλιθοι», «Σε απόσταση βολής», «Φανός Θυέλλης», «Εννέα Χοροί της Άνοιξης» και «Αντίστροφη Πορεία» Υπήρξε ποιητής χαμηλών τόνων, αλλά ηχηρών νύξεων για το μυστήριο της ύπαρξης, αυτού του θαυμαστού αλλά παράδοξου συνάμα φαινομένου, με λυρική ματιά, ευαισθησία, τρυφερή σχέση με τον περιβάλλοντα χώρο και τους άλλους. Απεβίωσε στις 9 Αυγούστου 2004, σε ηλικία 51 ετών.

«ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»

Το χάραμα γυρίζουμε ξανά κοντά σου
ακολουθώντας πάντοτε την ίδια ρότα
το σιρόκο πού χρόνια ατέλειωτα καραδοκούσαμε.
Αστράφτει η μνήμη σου στους έλικες
χίλιες στροφές το δευτερόλεφτο.
Και ξάφνου είδα τούς γλάρους χαμηλά
κάτι σαν τούς προάγγελους της θύελλας,
από τη γέφυρα τα ξερονήσια
ένα κοπάδι πόρφυρες κατόπι μας,
την προκυμαία αδιάβατη
ζωσμένη σ’ ένα δάσος σιωπηλές περικοκλάδες
κι από τις γρίλιες να παραμονεύουμε τα δίκαννα.
Πώς να περάσω απέναντι χωρίς κουπιά;
Η θάλασσα που γνώριζα
είναι ένʼ αδιέξοδο στο στήθος σου.
Φυσά αγέρας παγωμένος, μεσοζωικός.
Ω πώς τόσον καιρό μετά την καταιγίδα
ανάμεσα σ’ αυτές τις πέτρες
που ριζώσαμε αγριάδα
ακόμα παίζουν πένθιμα
τα βιολοντσέλα σου Βιβάλντι;

«NOTTURNO»

Τι μεταμεσονύχτιος θρίαμβος κι αυτός!
Πώς ράγιζαν οι πλάκες
απʼ τον αντίλαλο του φεγγαριού
πώς έτρεμε ως το κόκκαλο
ολόγυμνη η πλατεία
κʼ υστέρα πώς η πόλη
αποτραβήχτηκε στην κώχη της
κι από κει μέσα παραμόνευε
μʼ όλες της τις πληγές ορθάνοιχτες.

Και ξαφνικά νʼ ακούγεται
βουή τεκτονικού σεισμού
τα σπίτια να τινάζονται στον ουρανό
κʼ οι σπόνδυλοι των άστρων
να κατρακυλούν στη θάλασσα.

Νύχτα ατέλειωτο βάραθρο
λεπίδι της αγρύπνιας μου ασημένιο.



Στις 10 Αυγούστου πέθανε ο Ηλίας Βουτιερίδης (1874 - 10 Αυγούστου 1941 ιστορικός της ελληνικής λογοτεχνίας, ποιητής και δημοσιογράφος Ο Βουτιερίδης υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους αγωνιστές του ακραίου δημοτικισμού. Ως δημοσιογράφος υπήρξε από τους επιφανέστερους στην εποχή του και είχε χρηματίσει δύο φορές Πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών των Αθηναϊκών εφημερίδων το 1920 και 1923. Υπήρξε επίσης Καθηγητής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου καθώς επίσης και Γραμματεύς στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Δημοσίευσε πολλές ποιητικές συλλογές, δράματα καθώς και μεταφράσεις.



«ΚΑΠΟΙΑ ΑΞΕΧΑΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ»

Κάποια αξέχαστα χρόνια
είχαν άνοιξη μόνο.
Κάποια αγάπης αηδόνια
γλυκό έκαναν τον πόνο.

Με μια αγάπη αναιώνια
σ’ ακατάλυτο θρόνο
κάποια αξέχαστα χρόνια
είχαν άνοιξη μόνο

τ’ ανθισμένα τα κλώνια
γι’ άνθη είχαν το χρόνο.
Μα ήρθαν πια και τα χιόνια
να γεμίζουν με πόνο
κάποια αξέχαστα χρόνια.


Στις 11 Αυγούστου πέθανε σε ηλικία 89 ετών ο Ντίνος Χριστιανόπουλος. 
Ήταν ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός. Το πραγματικό όνομα του λογοτέχνη είναι Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν, εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 ως το 1965. Έπειτα εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων. Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό Διαγώνιος -που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις- και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγωνίου. Το λογοτεχνικό περιοδικό όσα χρόνια κυκλοφορούσε παρουσίασε τη δουλειά περισσοτέρων από 250 λογοτεχνών. Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από το Τμήμα Φιλολογίας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.

«ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ»

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

«Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ»

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
σ᾿ αὐτὰ ἐδῶ τὰ μέρη
ὁ φωτογράφος θά ῾πρεπε
νὰ ἤτανε ξεφτέρι
νά ῾ταν τεχνίτης, μερακλὴς
κι ἀπ᾿ ὀμορφιὰ νὰ ξέρει.

Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος.

Νά ῾ρχοντ᾿ ὀμορφοκόριτσα
καὶ λαϊκὲς παρέες
νὰ παίρνουν πόζες ὄμορφες
καμαρωτὲς κι ὡραῖες
γιὰ εἰκοσιτετράωρες
καὶ ἑβδομαδιαῖες.


Ο Κλείτος Κύρου( 13 Αυγούστου 1921 - 2006) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1921. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος (1951-1983). Από το 1974 ως το 1976 διετέλεσε γενικός γραμματέας του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με τη δημοσίευση του ποιήματος «Προσμονή» στο περιοδικό «Φοιτητής». Συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Ελεύθερα Γράμματα», «Διαγώνιος» (όπου δημοσίευσε πολλές λογοτεχνικές μεταφράσεις), «Ο Αιώνας μας», «Νέα Πορεία», «Κοχλίας» και «Κριτική». Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση (Λόρκα, Έλιοτ, Απολλιναίρ, Ώντεν κ.ά.) και με την κινηματογραφική κριτική. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 2006. Η Θεσσαλονίκη ανασαίνει μέσα από τους στίχους του Κλείτου Κύρου, υπόγεια, μυστική και κρυφή, ως τόπος δικός και μαζί ξένος, ένας γενέθλιος τόπος υπαρξιακού ξεριζωμού. Βαθύς γνώστης της ξένης ποίησης και λογοτεχνίας και δεινός μεταφραστής της, ο Κύρου επηρεάζεται από τους μεγάλους τους οποίους μεταφράζει, αλλά δεν τους μιμείται: στο έργο του αισθανόμαστε την αύρα ενός πολυσυλλεκτικού μοντερνισμού, που συναιρεί με ευθυβολία, όπως αποδεικνύει η εμβέλεια του ποιητικού ιδιόλεκτου του ποιητή, τον αγγλοσαξονικό με τον γαλλικό μοντερνισμό στις ποικίλες εκδοχές τους. Αυτός ο μοντερνισμός χωνεύεται στον λόγο του, στην παράλληλη συνομιλία του με την ελληνική παράδοση, και μας δίνει την ποιητική του ιδιοπροσωπία: λόγος με ψυχή, είτε παθιασμένος είτε συγκρατημένος, λυρικός και/ή δραματικός, ελεγειακός και εξομολογητικός αλλά και αγανακτισμένος, ερωτικός κι εξεγερμένος. Ο ίδιος άλλωστε περιγράφει την ποίησή του καλύτερα από κάθε κριτικό:

«ΑΣΠΡΟ/ ΜΑΥΡΟ»

Είναι φορές
Που οι στίχοι μου
Ηχούν
Σαν τουφεκιές
Σε σκοτεινό φαράγγι
Κι άλλοτε
Απελεύθεροι
Βογκούν
Μέσα στα μύρα
Και στις διαστολές
Της Βαβυλώνας

«ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ»

Απόψε βασανίστηκαν και πάλι οι αρχαίες μνήμες
Απόψε εξαντλήθηκαν οι τελευταίες αναμονές
Η νύχτα καταθλιπτικά γέρνει επάνω στις ψυχές μας
Κι εμείς του κάκου ψάχνουμε μιαν ήλιου αναλαμπή
Μονάχοι ολομόναχοι στα ρίγη του χειμώνα
Ζητούμε λίγη ζεστασιά σε σκορπισμένες στάχτες
Χάσαμε καθρεφτίσματα σε λαμπερά φευγάτα μάτια
Ψάχνουμε είδωλα νεκρά σε λίμνες που έχουν στερέψει
Όλα μας άφησαν γοργά – τα πεύκα οι αμμουδιές
Του ανέμου τα σφυρίγματα τα χάδια οι επάλξεις
Κι όμως το ξέρουμε καλά προτού να ξημερώσει
Θα ξαναγεννηθούν οι αναμονές οι ελπίδες θα πληθαίνουν
Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949)


Στις 13 Αυγούστου πέθανε ο Κούλης Αλέπης(1903 - 1986) Μανιάτης ποιητής, μεταφραστής και ζωγράφος. Ο Αλέπης πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1924 όταν δημοσιεύτηκε το πρώτο του ποίημα. Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές "Ερημικοί περίπατοι" (1931), "De profundis" (1937), "Στον ίσκιο της αγάπης" (1948), "Χρυσές μνήμες" (1959), "Σκόρπια φύλλα" και το αυτοβιογραφικό έργο "Το χρονικό της ζωής μου" (1963). Παράλληλα ασχολήθηκε και με τις μεταφράσεις: συγκεκριμένα μετέφρασε τη "Μήδεια" και τις "Βάκχες" του Ευριπίδη τη "Μητέρα του Χριστού" του Ιταλού λογοτέχνη Αντζιόλο Σίλβιο Νοβάρο, τα "Ει­κο­σιτέσ­σε­ρα Σο­νέ­τα" της Λουίζ Λαμπέ και άλλους Γάλλους, Ιταλούς και Γερμανούς λογοτέχνες. Σημαντικό είναι το έργο του "Αρ­με­νι­κή Μούσα" που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1938 και αποτελούσε μια ανθολογία των σημαντικότερων αρμενικών ποιημάτων της εποχής του.

«ΠΡΟΑΙΣΘΗΣΗ»

Κι’ όσο είμαι νέος πάλι καλά, σύγνεφο όμως πελώριο
σα θα σταθεί κι’ απάνω μου των γηρατειών η θλίψη,
την κρύα καρδιά μου, ένα δεντρί που καίγεται σβηστό,
σαύρα πικρή κι’ ακούραστη θα κατοικήσει η τύψη.
Πώς σ’ άφησα και μου’ φυγες, ω ζωή, μες απ’ τα χέρια,
κι’ ας λαχταρούσα ως τη στερνή σταλιά να σε ρουφήξω,
σα στρατοκόπος που έσκυψα να πιω να δροσιστώ,
μα ουδέ τα δάχτυλα καλά δε φρόντισα να σμίξω...

Ο Κούλης Αλέπης παράλληλα με τη λογοτεχνική του δράση εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών :

«ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ» (απόσπασμα)

Έτσι, η ζωή μου εκύλησεν ανάμεσα
στην ποίηση και τ’ ανούσιο επάγγελμά μου,
που ενώ του αφοσιώθηκα,
σαράντα χρόνια σκλάβος του,
πίκρες μόνο μου φύλαξε και δάκρυα.
(Δουλειά ρουτίνας:
νάχεις, λέει, γι’ αποστολή
τους φόρους του κοσμάκη πως ν’ αυξήσεις!
κι αυτός να μηχανεύεται,
δίχως σχεδόν ντροπή
και συστολή,
σατανικές μεθόδους διαφυγής
και καταστρατηγήσεις.
Και νάχεις συναδέλφους και βοηθούς
– ο άμετρος ανταγωνισμός
και που δε φτάνει! –
που έτσι πως τους συμφέρει στοχαστούν,
νάν’ έτοιμοι να σοφιστούν
κάθε εναντίον σου ρύπο και πλεχτάνη.
Δουλειά ρουτίνας:
ν’ αρχινάς απ΄ τις οχτώ
και να τελειώνεις τα μεσάνυχτα –
στη μία!
Δουλειά μαγγανοπήγαδου, στεγνή και πληχτική,
με ιδανική παρόρμηση καμία.
Μόνο, σε κάποιες ξέχωρα
μυστηριακές στιγμές,
σαν η έμπνευση ανεπάντεχα σιμώνει,
ν’ ανοίγει ένα παράθυρο
γλαυκό στη σκοτεινή σου φυλακή
και της καρδιάς σου το άγχος ν’ αλαφρώνει.


Ο Αντώνης Σαμαράκης (Αθήνα, 16 Αυγούστου 1919 – Πύλος Μεσσηνίας, 8 Αυγούστου 2003) ήταν ποιητής και πεζογράφος της μεταπολεμικής γενιάς, το έργο του οποίου είναι διεθνούς αναγνώρισης. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ως ποιητής από τις στήλες των περιοδικών Παιδικός κόσμος και Διάπλασις των Παίδων. Ακολούθησαν δημοσιεύσεις του στις σελίδες της Νέας Εστίας και άλλων περιοδικών, όπως το Ξεκίνημα, και τα Νεοελληνικά Γράμματα. Το 1954 εκδόθηκε η πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ζητείται ελπίς. Ακολούθησαν πέντε ακόμη βιβλία του, τα οποία γνώρισαν πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες. Το έργο του Σαμαράκη έχει έντονο το στοιχείο της κοινωνικής καταγγελίας και αντικατοπτρίζει τις προσωπικές του ανησυχίες για το παρόν και το μέλλον της σύγχρονης κοινωνίας. Χρησιμοποίησε απλή γλώσσα και μη επιτηδευμένο ύφος και προσέγγισε τα θέματά του από μια έντονα ανθρωποκεντρική γωνία. Πρόκειται για έναν από τους περισσότερο μεταφρασμένους Έλληνες πεζογράφους, καθώς τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Ο Αντώνης Σαμαράκης έφυγε από τη ζωή στις 8 Αυγούστου του 2003.

«ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ»

Μην πεις ποτέ σου «είναι αργά»
κι αν χαμηλά έχεις πέσει
κι αν λύπη τώρα σε τρυγά
κι έχεις βαθειά πονέσει.
Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά
κι έρημος έχεις μείνει
μην πεις ποτέ σου «είναι αργά»
-τ` ακούς- ό,τι κι αν γίνει.
Μην πεις ποτέ σου αυτές τις δυο
απελπισμένες λέξεις
και αν έμπλεξες με το κακό
και πάλι θα ξεμπλέξεις.
Ποτέ!... ποτέ δεν είναι αργά
πρέπει να το πιστέψεις
και με την πίστη στην καρδιά
Εκείνον να γυρέψεις.
Εκείνον που και το ληστή
μ’ όλα τα κρίματά του
γιατί είχε μια καρδιά πιστή
τον κάλεσε κοντά Του.
«Είναι αργά» λοιπόν μην πεις
ό,τι κι αν σου συμβαίνει
φτάνει να Του προσευχηθείς
κι αμέσως σ’ ανασταίνει.

«ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ»

Σάν ἔρχεται ἥσυχα τό βράδυ
καί τό παιχνίδι σταματᾶ,
γύρω –τριγύρω τό σκοτάδι
βλέπω παράθυρα κλειστά.
…………………………………………..
Εἶναι σέ πολυκατοικίες
καί σέ σπιτάκια φτωχικά.
Ποιός ξέρει πόσες δυστυχίες
νά κλείνουν, Θέ μου, μυστικά.
…………………………………………
Καί μές ἀπό τά ξώφυλλά τους,
-πράσινα καί καφέ καί γκρί-,
πόσοι νά ζοῦν στή μοναξιά τους,
νά νοιώσει τάχα, ποιός μπορεῖ;
……………………………………………
Σάν ἔρχεται ἥσυχα τό βράδυ
καί τό παιχνίδι σταματᾶ,
κοίταξε, Θέ μου, στό σκοτάδι,
πόσα πάράθυρα κλειστά,
………………………………………….
Προσμένουν μές ἀπό τίς γρίλιες,
ἄχ, τή δική Σου τή χαρά,
καί πόσες – μιά καί δυό καί χίλιες;-
καρδιές ζητᾶνε δυό φτερά,
……………………………………………
γιά νά τ᾽ ἀνοίξουν μές στό βράδυ,
Θέ μου, στή χάρη Σου μπροστά
κι ἄς εἶναι γύρω τους σκοτάδι
καί τά παράθυρα κλειστά.


Στις 21 Αυγούστου 2008 πέθανε στη Θεσσαλονίκη ο Πάνος Θασίτης. Γεννήθηκε στη Μήθυμνα της Λέσβου το 1923. Από το 1930 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε νομική στο ΑΠΘ. Εργάστηκε ως δικηγόρος και ασχολήθηκε με την ποίηση αλλά και τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Κατά τις περιόδους 1974-1977 και 1981-1984 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έγινε και πρόεδρος του δ.σ. του ΚΘΒΕ την περίοδο 1984-1986. Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα περιοδικά «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Επίσης στα περιοδικά «Κριτική» και «Νέα Πορεία», όπου υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βασίλης Νησιώτης. Από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε το 1951 το Βραβείο Ποίησης. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, πολωνικά κ.λπ.).Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικά απαισιόδοξο τίτλο Δίχως Κιβωτό. Ακολούθησαν τα Πράγματα (1957) και τα Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962), η Εκατόνησος (1971), το … ελεεινόν θέατρον (1980) και τα Σχιστολιθικά (1983).Έκτοτε, ο Πάνος Θασίτης, ολιγογράφος από επιλογή, εξέδωσε το 1990 έναν συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, στον οποίο προσέθεσε μία ενότητα με τον τίτλο «Τα Αδέσποτα», και σώπασε εκδοτικά μέχρι και το τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2008.

«ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΗ»

Διαγράφεται σπίτι χαρωπό
άσπρο με κόκκινη στέγη, με πηγάδι και λαχανόκηπο.
Η γη αποθέτει μέσα του της ευωδιάς της το μυστικό∙
πουλάρι του δρυμού γλείφει το ξύλινο κατώφλι του τις νύχτες
φέρνει κι αυτό το μυστικό της απλής του ζωής∙
τ’ άστρα χαμηλώνουν, έλκονται μες στο νερό που αγρυπνεί.
Μπορούμε να κατοικήσουμε.
Το ποτάμι περνάει απ’ εδώ
μες από καλαμιές και θάμνους που όνομα δεν έχουν
μες από χόρτα που προσφέρουν μ’ αγάπη ό,τι έχουν
περνάει κι από μας και δε μας ξεχωρίζει.
Πλένει τα πόδια των πουλιών, τ’ άλογα ξεδιψάει
ποτίζει –όσο μπορεί– τα χωράφια
δεν έχει θρύλους μήτε όνειρα τα βράδια∙
είναι νερό
κάνει καλά τη δουλειά του
κουράζεται
κοιμάται.
Από τη συλλογή Πράγματα (1957)

«ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ»

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή∙
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.
Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο...
Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μεις δεν τους αναζητούμε∙
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.
Από τη συλλογή Πράγματα (1957)


Ο Γιώργος Θέμελης (23 Αυγούστου 1900 - 17 Απριλίου 1976) ήταν ποιητής, δοκιμιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Γεννήθηκε στη Σάμο και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το όνομα του συνδέθηκε με τη Θεσσαλονίκη όπου και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του (1976). Θεωρείται η πνευματική του πατρίδα αφού εκεί διαμορφώθηκε η ποιητική του προσωπικότητα. Ως φιλόλογος δίδαξε στο Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας και Μέλος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος από την ίδρυση του το 1961 έως το 1965. Ο Γ. Θέμελης με τον ποιητικό λόγο του θέλησε να προσφέρει μία γεύση αιωνιότητας, μία καινούργια διάσταση στη νεότερη ελληνική ποίηση, τη διάσταση ενός μεταφυσικού λυρισμού. Η ποίηση του είναι μια ποίηση στεγανή, κυριαρχημένη, με άκρα συνοχή, που ανταποκρίνεται στα πράγματα και που δεν παραβιάζει την αυτοτέλειά τους παρά τόσο μονάχα όσο χρειάζεται για να προσαρμοσθούν στις πιο σημαντικές αποκτήσεις της ψυχής, ένα ημερολόγιο μιας αυθεντικής υποστασιακής εμπειρίας.

«ΕΡΗΜΙΑ»

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα
Απ’ όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.
Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.
Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.
Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.
Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.


«ΑΜΙΛΗΤΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ»

Αμίλητα πεθαίνουν τα φτωχά λουλούδια

Όπως τα καρπερά καλοκαίρια επάνω στα δέντρα
Τα χέρια που αφήνονται χωρίς να ραγίσουν

Αμίλητα πεθαίνουν τα φτωχά λουλούδια
Γαλήνια εγκατάλειψη πιο τρυφερή κι από μητέρα

Ύπνος βαραίνει τα δάση σκοτεινή βροχή
Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια που κλείστηκαν στην ερημιά τους
Κι αν δακρύζει για μας –ποιος ξέρει– κάποιος άγγελος
Κι αν μας θυμάται κάποιος ουρανός
Είναι για τα λουλούδια που πεθαίνουν έτσι απλά
Για τα φτωχά λουλούδια που έχασαν τη μιλιά τους

Όμως η καρδιά τους ανοίγεται σαν ένα μυστικό
Η σιωπή τους βυθίζεται μέσα στη νύχτα μας

Γαλήνια εγκατάλειψη πιο τρυφερή κι από μητέρα


«ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ»

Από σκαλί σε σκαλί
Δε βρίσκω καιρό να σηκώσω κεφάλι
Να θυμηθώ κοιτάζοντας τον ουρανό

Δεν μπορώ να κινήσω το χέρι
Ν’ αγγίξω τον καρπό τον πόνο μες στο δέρμα
Ο άνεμος περνά σφυρίζοντας μες από κορμούς
Χορδές σκονισμένα μαλλιά ακούρευτα όνειρα

Πουθενά δεν είναι σταμάτημα
Ακούς που ηχεί βαθιά το σώμα
Φωνάζει βοήθεια η λυγισμένη κραυγή

Το παλιωμένο σπίτι στέκει από συνήθεια
Πρέπει να πατώ στα δάχτυλα
Να μιλώ με τα μάτια
Μην ξυπνήσω τον ύπνο που κοιμάται
Θα φωνάξουν οι σωπασμένες φωνές
Θα γκρεμιστούν οι ψεύτικες κούκλες

Νύχτα θολή από ίσκιους που χόρτασαν αίμα

Να πατήσω επάνω σε πτώματα
Να περπατήσω επάνω στα δάκρυα
Με τα παλιά σχισμένα παπούτσια

Ας βγάλουμε από πάνω μας το μπαλωμένο πουκάμισο
Να ξαναγίνουμε ξυπόλητα παιδιά του δρόμου
Να ξαναγίνουμε γυμνά νεογέννητα νήπια
Ανάμεσα στα έκπληκτα αγαθά ζώα

Ατέλειωτο τραγούδι ο κόσμος
Μέσα στα μάτια ενός παιδιού
Ουράνια φτερά και χελιδόνια αντάμα
Ένα τραγούδι κρυμμένο στην καρδιά του νερού

Ο ουρανός
Μέσα στα πρόσωπα



Στις 26 Αυγούστου 1919 πέθανε ο Γεώργιος Σουρής (Ερμούπολη, 2 Φεβρουαρίου 1853 - Νέο Φάληρο, 26 Αυγούστου 1919) σατιρικός ποιητής και ένας από τους σπουδαιότερους της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης». Κατά την διάρκεια της ζωής του προτάθηκε για Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας συνολικά 5 φορές. Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου».





«Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ»

Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.

Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
τρανό σημείο
του ποιητή.

Δυο μάτια μαύρα
χωρίς κακία
γεμάτα λαύρα
μα και βλακεία.

Mακρύ ρουθούνι
πολύ σχιστό,
κι ένα πηγούνι
σαν το Xριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλιά χυτά
γεμίζεις στρώμα
μόνο μ' αυτά.

Mούρη αγρία
και ζαρωμένη,
χλωμή και κρύα
σαν πεθαμένη.

Kανένα χρώμα
δεν της ταιριάζει
και τώρ' ακόμα
βαφές αλλάζει.

Δόντια φαφούτη
όλο σχισμάδες,
ύφος τσιφούτη
για μαστραπάδες.



Στις 28 Αυγούστου πέθανε ο Γεράσιμος Μαρκοράς (1826 – 28 Αυγούστου 1911) ποιητής λυρικός, μαθητής του Σολωμού από τους κύριους εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής. Γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά και έλαβε τη Γυμνασιακή του εκπαίδευση στην Κέρκυρα. Σε ηλικία 23 ετών έφυγε για την Ιταλία και σπούδασε νομικά. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ιόνιο Ακαδημία απ' όπου αποφοίτησε και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα Παρά τις σπουδές του στα νομικά, αφιερώθηκε στην ποίηση. Το 1890 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο «Ποιητικά Έργα», με την οποία καθιερώνεται ως ποιητής στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο και στην οποία περιλαμβανόταν και ο «Όρκος» το σημαντικότερο της ποιητικής του παραγωγής.. Το 1898 ακολουθεί η συλλογή του «Μικρά Ταξείδια». Επηρεασμένος από το διδάσκαλο του, στα ποιήματά του υπήρξε μελωδικός, αφηγηματικός και επιδέξιος χειριστής της δημοτικής. Ήταν φυσιολάτρης και πατριδολάτρης, κάτι που επηρέασε έντονα την ποίησή του. Συνέβαλε στην επιβολή της δημοτικής και στην αναγέννηση των νεοελληνικών γραμμάτων. Η ποίηση του Μαρκορά στρέφεται σε γενικές γραμμές γύρω από τον έρωτα, τον θάνατο και την πατρίδα.Πέθανε στην Κέρκυρα στις 28 Αυγούστου του 1911 σε ηλικία 85 ετών.

«ΑΘΩΟΣ ΦΟΒΟΣ»

Παιδί: Θέλω τη μάνα.
Πατέρας: Επέταξε και στ’ άστρα πάει να ζήσῃ.
Παιδί: Πῶς τόσο μάκρος άρρωστη δυνήθηκε να σχίσῃ;
Πατέρας: Έχουν φτερούγες οι ψυχές.
Παιδί: Γιατὶ δεν τις απλώνει, τότε η δική μας η ψυχή, μην αυτὴ τρέξῃ μόνη;
Πατέρας: Δεν είναι μόνη· γύρω της φτεροκοπούν αγγέλοι.
Παιδί: Αν άγγελό της μ’ ἔλεγε, κοντά της θα με θέλῃ.
Πατέρας: Ω! δίχως κάλεσμα Θεού, ψηλά κανεὶς δὲν πάει.
Κοιμήσου τώρα· ησύχασε.
Παιδί: Και ποιός μου τραγουδάει;
Πατέρας: Εγώ, πουλάκι μου.
Παιδί: Εσὺ κλαῖς.
Πατέρας: Όχι, σ’ εμὲ απιθώσου.
Ζάχαρη νάναι ο ύπνος σου και μέλι τ' όνειρό σου.
Παιδί: Νυστάζω, από το πλάι μου καθόλου μη σπαράξῃς.
Δος μου το χέρι – σκιάζομαι μήπως κι’ συ πετάξῃς.


«ΜΑΝΑ»

Μάνα! - Δε βρίσκεται
λέξη καμμία
νάχῃ στον ήχο της
τόση αρμονία·
σαν ποιός να σ' άκουσε
με στήθος κρύο.
Όνομα θείο;

Παιδί από σπάργανα
ζωμένο ακόμα,
με χάρη ανοίγοντας
γλυκά το στόμα,
γυρνάει στον άγγελο
που τ' αγκαλιάζει
και, μάνα, κράζει.

Στον κόσμο τρέχοντας
ο νέος διαβάτης,
πέφτει στ' αγνώριστα
βρόχια τα’ απάτης,
και, αναστενάζοντας,
μάνα μου! λέει,
μάνα! και κλαίει.

Της νειότης φεύγουνε
τ’ άνθια κ’ η χάρη·
τριγύρω σέρνεται
με αργό ποδάρι,
ως που στην κλίνη του,
σα βαρεμένος,
πέφτει ο καϋμένος.

Και, πριν την ύστερη
πνοή του στείλη,
αργά ταράζονται
τα κρύα του χείλη,
και με το – Μάνα μου! -
πρώτη φωνή του,
πετά η ψυχή του.


«ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ»

Σὰν τὰ χέρια σας μαδοῦνε
λουλουδάκια τρυφερά,
κάνοντάς τα νὰ σᾶς ποῦνε:
- Μ’ ἀγαπάει δὲ μ’ ἀγαπᾷ
τρέμω, ἀθώαις, μὴν ἀπατήσῃ
πλάνος ἔρωτας ἐσᾶς,
καὶ παρόμοια σᾶς μαδήσῃ
τ’ ἁγνὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.


Στις 29 Αυγούστου πέθανε ο Γεράσιμος Σπαταλάς (1887 – 1971) ποιητής και συγγραφέας. Ανήκει στους επίγονους της Επτανησιακής Σχολής που έδρασαν στην Αθήνα, εναρμονίζοντας κατά κάποιο τρόπο την παράδοση του Σολωμού με τις τάσεις της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Γεννήθηκε στις Σιναράδες της Κέρκυρας το 1877. Το 1910 μετοικεί στην Αθήνα και εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, όπου σπουδάζει φιλολογία. Ήδη από το 1911 εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα με την ποιητική συλλογή του Ωδές. Από το 1915 αρχίζει τη συνεργασία του με περιοδικά της Αθήνας, όπου και δημοσίευε μεταφράσεις του, δοκίμια, διηγήματα, μελέτες, ποιήματα και κριτικές. Το 1919 ίδρυσε το δικό του περιοδικό Μαύρος Γάτος (το οποίο εκδιδόταν επί διετία, μέχρι το 1921) και ήταν πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της Νεοελληνικής Γραμματείας.Ως Επτανήσιος, ο Σπαταλάς υπήρξε πιστός στο σολωμικό παράδειγμα και στην επτανησιακή παράδοση και συνέβαλε σημαντικά στη μελέτη του έργου του Διονυσίου Σολωμού. Ο Σπαταλάς υπήρξε πολυγραφότατος, καθώς το σύνολο των μελετημάτων του ξεπερνά τα 300. Μετέφρασε, Δάντη, Αριόστο, Βοκκάκιο, Γκαμπριέλε Ντ’ Aννούντσιο, Γκολντόνι καθώς και Όμηρο, Σοφοκλή και Ευριπίδη, Διονύσιο Αλικαρνασσέα .Παρά το πλουσιότατο έργο του, ο Σπαταλάς πέθανε παραγνωρισμένος και σε απερίγραπτη ένδεια Πέθανε την Κυριακή 29 Αυγούστου του 1971 και χωρίς να το πάρει κανείς είδηση. Χαρακτηριστικός ο τίτλος άρθρου στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Κανείς δεν πήρε είδηση το θάνατο του Σπαταλά».

«ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ»

Ω κρύα μοναξιά, ολούθενες με μαύρα νέφη εμένα
πως μ΄έχει ζώσει, που βαρύ σταλάν εντός μου πόνο!
πια τυμβορύχος έγινα του τάφου μου, ένα-ένα
που τα παλιά θυμούμενος ξεθάφτω κ΄αιματώνω.
Του βίου η άσκεφτη χαρά, που σαν αυγή ενός Μάη,
όλα τα λούλουδ' άνοιγε τα ευωδιακά στη δρόσο
γοργά έχει φύγει, και θολή μια χειμωνιά βογκάει,
που νέους μού αρπάζει ναυαγούς που μάταια πάω να σώσω.
Κ΄οι πόθοι πια, π΄αλλες φορές μ΄υψώναν απ΄το χώμα,
κ΄έβλεπα μέσα στ΄όνειρο την άσειστη αρμονία,
αν φτερουγίσουν, ξάφνου η γη με σέρν' έτσι απ΄το σώμα
που με ρίχτει εδώ σπάζοντας τα φτερά μου με βία
Πάντα κατάδικος σκληρής κ΄ενάντιας Μοίρας στέκω
σ΄έργα καταναγκαστικά κι΄ο ανθός μου όλο μαραίνει,
και το τραγούδι μου άθελα σα μοιρολόι το πλέκω,
για ό,τι μού ετάφει ζωντανό, για ό,τι νεκρό μού μένει.


«ΔΕΙΛΙΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ»

Το ντέφι, το ασημόντεφο, το αέρι κρούει στη λεύκα
κι΄ο τόπος ξεφαντώνει,
ενώ στη ράχη του βουνού ψηλώνουνε τα πεύκα,
σα να ζητούν την πυρκαγιά να φτάσουν που τα ζώνει.
Τις ρεματιές το σούρουπο με καταχνιά σκεπάζει,
και ντύνει ένα χλωμόφεγγο τους κάμπους, που σιγά
όλο θολώνει, όταν ψηλά λες κ΄ένα νέφι αρπάζει
έτσι το φως, που ολόκληρο σπιθοβολάει φωτιά.


Επιμέλεια- Επιλογή υλικού και φωτογραφιών : Ιωάννα Βλάχου
Πηγή : Διαδίκτυο







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου