ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ - ΣΥΝΤΟΜΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ

 


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 


ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ

(Από τη συλλογή «Απέναντι» 2015)

Στα σπλάχνα τους βαθιά
η πικρή
η πικρότατη γνώση.

Συχνά
τις ατέλειωτες νύχτες
αθέατα
κρατώντας μικρά τίποτα φωτιά
δρασκελίζουν το σύνορο.

Στου φεγγαριού τη σκοτεινή πλευρά
αδειάζουν τα μάτια
σκορπάνε χρόνια παιδικά
στήνουν γέφυρες
υψώνουν αναχώματα
κροτούν τα τύμπανα
τη σπίθα μελετούν της μελλοντικής πυρκαγιάς.

Υπάρχει
υπάρχει καιρός
υπάρχει ακόμη καιρός
υπάρχει πάντα ο καιρός
που θα μας πάει στη μνήμη.

🌼

ΤΗΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ

(Από τη συλλογή «ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΕΙΝΑΙ ΚΟΚΚΙΝΑ», 2015)

Υπάρχει κάτι σκοτεινό στην απόγνωση
σαν ανεστραμμένο μάτι λύκου που πονάει
σαν ίσκιος παράξενος στον καταρράκτη του ύπνου
σαν μισοφέγγαρο που χάνεται πίσω απ’ τα σύννεφα
και ξαναβγαίνει.
Πάντοτε η απόγνωση ενεδρεύει στα έγκατα της ψυχής
μονάχα τ’ ανυπεράσπιστα ενδεχόμενα λατρεύει
με ρίγος καρφώνεται στον άγνωστο καιρό
σ’ έρωτες τσακισμένους
κι ημιτελείς οργασμούς.
Μονάχα η απόγνωση γνωρίζει καλά
πολύ καλά
πώς εξαντλείται το φως
πώς λιώνουν τ’ ανθρώπινα μέλη σαν λαμπάδες
πώς κυλούν σφυρίζοντας οι στιγμές άστρα που καίγονται.
Κρατώντας ρομφαία άπειρη
κόβει αδίστακτα τα νήματα της λογικής
σκορπίζοντάς τα στους τέσσερις ανέμους

ποιος κακομοίρης τολμά να την ελέγξει;

🌼

ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΑΝΑΟΥΣ

(Από τη συλλογή «Café Republic», 2015)

Κουρασμένη πατρίδα
γυμνή
πάντα γυμνή
αφημένη στ’ ανοιχτά της διαρκούς εγκατάλειψης
πατρίδα της ερείπιας μέρας
και της απελπισμένης νύχτας
της έρημης μνήμης
και της ξεχασμένης επανάστασης
περιφρούρησε την καθαρότητα των βημάτων σου
εξόρυξε απ’ τα μάτια τ’ ανείκια βλέμματα
φυλάξου από τους Δαναούς.

🌼

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΜΑΣ ΔΑΚΡΥ

(Από τη συλλογή «Χορεύοντας με το σιωπηλό μας δάκρυ», 2016)

Αργά τη νύχτα
βγαίνουν απ’ το κύμα
όλα τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
περπατούν με βήματα αλλοτινών πουλιών
μας ακολουθούν μαζί με το ματωμένο φεγγάρι
φύλλα μασούν της μοναξιάς
και τραγουδάνε.

Στέλνουν φιλιά
χαιρετισμούς
φωτιά παίρνουν όσα ρωτάνε
τριγμούς αφουγκράζονται
σκιρτήματα βαθιά
χορεύουν με το σιωπηλό μας δάκρυ
και χάνονται

αφήνοντάς μας γυμνούς
μες στα σκοτάδια μας πνιγμένους.

🌼

ΦΕΥΓΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

(Από τη συλλογή «Το αίμα μένει», 2016)

Τα μεσάνυχτα
γλιστράς από πόρτες και χαραμάδες
με συναντάς στον πάτο του φωταγωγού
με ξετυλίγεις
βουτάς στη βαθιά μου πληγή
κυλάς στου πόθου μου το αίμα.

Κροτούν οι στιγμές
το σκίρτημα άρχεται
χίλια φεγγάρια με χαιρετούν
μου γνέφουν
σπάζοντας τον παγωμένο φεγγίτη

σκαρφαλώνω
φεύγω μαζί σου.

🌼

ΣΕ ΚΗΠΟΥΣ ΜΥΣΤΙΚΟΥΣ

(Από τη συλλογή «Από όνειρο και θάνατο», 2017)

Σε κήπους μυστικούς

παίζουν
χορεύουν
τραγουδούν τα παιδιά
και οι στίχοι θροΐζουν.

🌼

ΣΑΝ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΑΣ ΜΠΛΟΥΖ

(Από τη συλλογή «Σελίδα μισοφέγγαρη», 2018)

Στους ίδιους δρόμους που με ρήμαξαν
αέρινη σε νιώθω κι απόψε να περνάς
σαν το παλιό εκείνο αγαπημένο μας μπλουζ

ανύποπτη
απ’ τα χαλάσματα του κόσμου μου

να περνάς και να χάνεσαι
μέσα στο σούρουπο
μέσα στο κόκκινο φως

σαν χαρακιά
σαν μια ραγισματιά στην άπνοιά μου.

Μην πιστέψεις ποτέ
ότι σε ξέχασα.

🌼

ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ

(Από τη συλλογή «Δοκάρι και μέσα» 2018)

Τι ποίημα να σκαρώσω πάλι

φάουλ και πέναλτι
κι αράουτ
στριφογυρίζουν στο κεφάλι μου

ίπτανται
χορεύουν στου μυαλού μου το τερέν

γλιστρώ σαν το ελάφι
ζογκλέρ
σαν τον Κρόιφ
ελίσσομαι στη μικρή περιοχή

να γράψω ένα ποίημα ψηλοκρεμαστό
με φάλτσο σουτ δυνατό

ένα ολόζεστο γκολ
αλαλάζον
θεϊκό

δοκάρι και μέσα

τα δίχτυα σκίζοντας
στο τελευταίο δευτερόλεπτο.

🌼

ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ

(Από τη συλλογή «Απ’ το χιόνι ως το βαθύ κόκκινο», 2018)

Στιβάδες ανέμων
απ’ την Καλκούτα ως το Σοχό
κι απ’ την Αθήνα ως τη Μελβούρνη
βάλτοι και δάση
σκοτεινές σπηλιές
βράχοι που κάτω απ’ το νερό παραμονεύουν
κι ορύγματα που αιμορραγούν
και σκάματα που ανασκάπτονται
ζοφερά ίχνη
-ό,τι τρομάζει ο νους να θυμηθεί-
άλογα κουρασμένα μ’ ανεπούλωτα μάτια
που μόλις τ’ αντικρίζεις μεγαλώνουν κι άλλο
έτοιμα πάνω σου να κρεμαστούν
συγκυρίες που βρήκαν τις κλειδώσεις αλάδωτες
μετωπικές συγκρούσεις
όπως οι ελιές στο ελαιοτριβείο
όπως με τις μυλόπετρες
με το ρίγος στη μέση να το λιώσουν
ξεχασμένα παντζούρια
κι απελπισμένα κρεβάτια
καρδιές απλωμένες στο σούρουπο
άδειες καρδιές
φυλακισμένες μες στα μυστικά τους
κλεμμένα φιλιά
και λόγια μετέωρα στο σκοτάδι
σαν μισοφέγγαρα
φέγγοντας και φέγγοντας το θάνατό τους
αβάσταχτα βιβλία σ’ αίθουσες αδειανές
λιμουζίνες και τρόικες
σκηνοθετικές οδηγίες
και προβολείς χιαστί
κι ελάφια που γλείφουν τις πληγές τους
ο ύπνος μαύρο φτερό
ένα ακόμα τσιγάρο
καθώς χάνεσαι και πεθαίνεις από δίψα
η Άννα Αχμάτοβα στο βάθος σαν τη θάλασσα
ο Σάμψα σιωπηλός σαν τα βουνά
κι ο Εγγονόπουλος
βλέποντας το κορμί του να φεύγει
κι η Βιρτζίνια Γουλφ
ο Μιχάλης Κατσαρός
κι η Ντίκινσον
από τάφρο σε τάφρο
ή ψάχνοντας το νήμα τους σε λαβυρίνθους
ο Δημήτρης Πιστικός με την Ελένη του
τοξότες στα σύννεφα
πετυχαίνοντας κι αστοχώντας ταυτόχρονα
η Λυδία μου να αιωρείται
κι εγώ ανάμεσά τους
ψιθυρίζοντας
ψιθυρίζοντας
σ’ όλες τις ηλικίες.

🌼

ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

(Από τη συλλογή «Η κλίμακα της αντοχής», 2019)

Μεσάνυχτα
και ξεπηδούν απ’ τις κορφές του φεγγαριού
αφήνοντας τη βάρδια τους
και κατεβαίνουν
κι έρχονται
κι όλο περνούν μες τα βαθιά ραγίσματά μου
ο Γκανάς
η Ορνέλλα Μούτι
ο Λάγιος κυκλωμένος με χρώματα
κι ο Παπαγιώργης
ο Φρανσουά Βιγιόν απαγγέλοντας σιωπηλά
η Μόνικα Βίτι
η Γαλανάκη μαζί με τον Κοέν
και η Λόρεν γυμνή
θεόγυμνη
ο Χρήστος Μπράβος βυθισμένος μες στα έλκη του
ο Περικλής Γιαννόπουλος αγκαλιά με τη Γώγου
κι ο Μουφλουζέλης κόκκινος
κατακόκκινος
ντυμένος στην πένα
σαν τρελός να γουστάρει τη Μπριζίτ Μπαρντό
μη διστάζοντας να της κάνει πρόταση γάμου
ο Γκάτσος σέρνοντας χαρταετούς
κι η Τζένιφερ Λόπεζ
η Ζυράννα Ζατέλη με το κανό της αύρας
και ο Καρούζος ανεξάντλητος
ενθουσιώδης
τύφλα μεθυσμένος μ’ αμίλητα νερά
χτυπώντας ενίοτε τον παράμεσο με το δείκτη
κροτώντας τις παλάμες στο ρεφρέν
ν’ ανοίγει τα κρυφά φτερά
και να πετά
χορεύοντας το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.

🌼

ΣΑΝ ΣΕ ΘΥΜΑΜΑΙ

(Από τη συλλογή «Μπλε» 2020)

Σαν σε θυμάμαι
γυμνή
θεόγυμνη
πάνω στα βότσαλα
δίπλα στο κύμα
κι ύστερα πάλι πιο βαθιά
μέσα στο σούρουπο
καθώς πέρναγες τα άνθη των αμμόκρινων
κι έπεφτες στη θάλασσα για να λουστείς
μες στο κόκκινο
κατακόκκινο φως
τι νοσταλγία
τι ρίγη νοτισμένα με πιάνουν
τι μνήμες ψάχνουν μέσα στην καρδιά μου
σαν σε θυμάμαι
παραδομένη σ’ ένα άλλο φως
να μου μιλάς
κι οι δρόμοι των ματιών μας ν’ ανταμώνονται
με τις ματιές των άστρων
τι νοσταλγία
τι κραδασμοί με πιάνουν
τι μνήμες.

🌼

ΝΑ ΣΕ ΣΗΚΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

(Από τη συλλογή «Ρήγματα» 2021)

Νοέμβρης
κι εσύ να διασχίζεις πρωί την Εγνατία
μ’ έναν ήλιο απρόσμενο
αφήνοντας πίσω σου την Κατερίνη.
Άδειος ο δρόμος
να αιωρούνται πλατανόφυλλα
πάνω απ’ το λευκό σου Corca
σαν λέξεις στον αέρα να πετούν
στη χειμωνιάτικη λιακάδα
σαν ομορφιά που αγαπά να φανερώνεται
σε πάνινες λεωφόρους
κι όλα να πλαταγίζουν μέσα σου
να σε σηκώνουν τα πουλιά
να σε αρπάζει ο ήλιος
ακούγοντας στο Τρίτο Πρόγραμμα
τις μουσικές του Ντύλαν
της Μπαέζ
ακούγοντας τον εαυτό σου να κλαίει.

🌼


Ο Δημήτρης Α. Δημητριάδης γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας και διαμένει στη Θεσσαλονίκη.
Πρωτοδημοσίευσε κείμενά του στα Επίκαιρα και στον Ταχυδρόμο, της Αθήνας.
Συνεργάζεται με πολλά περιοδικά κι εφημερίδες λόγου και τέχνης, με λογοτεχνικές στήλες του διαδικτύου και με τις επιθεωρήσεις πολιτικής και πολιτιστικής παρέμβασης «Κοινωνική Επιθεώρηση» και «Πολίτες».
Αντιπροσωπευτικά ποιήματά του περιλαμβάνονται σε πολλές ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις στα Γαλλικά, Ιταλικά, Πολωνικά και Αγγλικά.
Έχει εκδώσει δεκαπέντε ποιητικές συλλογές, δυο βιβλία πεζού λόγου και τιμήθηκε για το έργο του από το Δήμο Θεσσαλονίκης και τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου