Γιάννα Περσάκη (5 Ιουνίου 1921 - 20 Ιανουαρίου 2008)

 

Η φωτογραφία είναι από https://www.lifo.gr/

Η Γιάννα Περσάκη (5 Ιουνίου 1921 - 20 Ιανουαρίου 2008) ήταν Ελληνίδα ζωγράφος αφηρημένης τέχνης και σύντροφος του ποιητή Μίλτου Σαχτούρη.

Γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1921. Σε ηλικία 8 ετών παρακολουθεί τα πρώτα της μαθήματα ζωγραφικής από τη ζωγράφο Ελευθερία Σταθοπούλου και αργότερα από τους Φάνη Γαλανό και Δημήτρη Δαβή. Το 1943 παντρεύεται τον γλύπτη Κώστα Κουλεντιανό. Ο γάμος δεν θα κρατήσει παρά μονάχα τρία χρόνια. Το 1945 συμμετέχει στην πρώτη της ομαδική έκθεση, όπου και την ξεχωρίζει ο ζωγράφος Κωνσταντίνος Παρθένης, με τον οποίον αναπτύσσουν μια σχέση αμοιβαίου θαυμασμού. Το 1946 φεύγει για το Παρίσι, και συνεχίζει εκεί τις σπουδές της δίπλα στον Fernand Léger.

Από τις πρώτες καλλιτέχνιδες της αφηρημένης τέχνης της Ελλάδας, θεωρείται επίσης πρωτοπόρος του τρίτου κύματος του μοντερνισμού (τα προηγούμενα ήταν ο κύκλος του Παρθένη και η γενιά του '30).

Το 1949 παίρνει υποτροφία από τη Γαλλία για να φοιτήσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών νωπογραφία στο εργαστήρι του Ducos de la Haye. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, σχεδίου και κεραμικής και έκανε μαθήματα στα εργαστήρια των André Lhote και Jean Souverbie, καθώς και στην Ακαδημία Grande Chaumière.

Το 1955 επιστρέφει στην Ελλάδα για οικογενειακούς λόγους. Δύο χρόνια αργότερα και μέχρι το 1982 αναλαμβάνει την διεύθυνση της Χ.Ε.Ν. όπου διδάσκει σχέδιο, ζωγραφική και κεραμική. Την ίδια χρονιά γνωρίζει τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη. Εννιά χρόνια αργότερα γίνονται ζευγάρι αλλά δεν θα παντρευτούν ποτέ, ούτε καν θα συγκατοικήσουν. Το 1971 της αφιερώνει την ποιητική συλλογή του Το σκεύος. Η Περσάκη απεβίωσε στις 20 Ιανουαρίου του 2008.

Δυο χαρακτηριστικά έργα της κοσμούν κτίρια της Αθήνας επί των οδών Μαυρομματαίων 5 και Αμερικής 11. Ένα από τα έργα της στη Συλλογή Καγκελάρη  εκτέθηκε στην Δημοτική Πινακοθήκη Ψυχικού (2008-2009), στο πλαίσιο της έκθεσης "Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική: Συλλογή Καγκελάρη". 
 
 
ΓΙΑΝΝΑ ΠΕΡΣΑΚΗ -Ασυμβίβαστη καλλιτεχνικά

Συζήτηση με τη σημαντική εικαστική δημιουργό
 
Γιάννα Περσάκη. Για τους περισσότερους, το όνομά της συνδέεται με τη ζωή του Μίλτου Σαχτούρη, αφού για 40 χρόνια στάθηκε στο πλάι του. Για εκείνους, όμως, που είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν, αποτελεί μία σημαντική εικαστική δημιουργό, πρωτοστάτη της αφαίρεσης στην ελληνική ζωγραφική. Μία δυναμική παρουσία, που, με σεμνότητα και επιμονή, διεκδίκησε τη θέση της σε μία εποχή που ο εικαστικός χώρος αντιμετώπιζε με επιφυλακτικότητα τις γυναίκες - εικαστικούς. Φρέσκο, κεραμική, σκηνογραφία, ζωγραφική, οι τομείς που συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον της.

Γιάννα Περσάκη. Ασυμβίβαστη, ζωντανή, αυθόρμητη. Η «έφηβη» των 84 χρόνων, μας μιλά για τη ζωή και τη δημιουργία της. Αφορμή, η έκθεση έργων της που πραγματοποιείται στην γκαλερί «Το μήλο» (πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι). Ο λόγος της γεμάτος εικόνες. Μικρά περιστατικά, από μια μεγάλη ζωή, συνθέτουν τη μεστή σε γεγονότα πορεία της δημιουργού.

Η Γιάννα Περσάκη γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1921. Μόλις σε ηλικία 8 χρόνων πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής. Εκείνη την περίοδο, οι γονείς της, «άνθρωποι καλλιεργημένοι και δημοκρατικοί», όπως τους χαρακτηρίζει η ίδια, αποφάσισαν να μάθει αριθμητική και γραμματική στο σπίτι. Στην οδό Στουρνάρη όπου έμενε, ξεκίνησε ιδιαίτερα με την κυρία Λέλα, τα οποία πολύ σύντομα κατέληξαν σε μαθήματα ζωγραφικής, αφού αμέσως η δασκάλα της κατάλαβε τη μεγάλη της αγάπη και την κλίση που είχε. «Λέγοντας στους γονείς μου ότι πάω για γραμματική, εγώ μάθαινα ζωγραφική και μάλιστα με μοντέλο που είχε η κυρία Λέλα. Από παιδί εκεί ήταν το μυαλό μου. Στη συνέχεια, ο πατέρας μου, με έγραψε στη Σχολή του Φάνη Γαλανού, ο οποίος είχε έρθει πρόσφατα από το Παρίσι, με καινούριες ιδέες. Ηταν εξαιρετικός δάσκαλος».

Στην Κατοχή, η Γ. Περσάκη μαθήτευσε κοντά στον Δημήτρη Δάβη, ενώ παράλληλα δούλευε στην Εθνική Τράπεζα, παίρνοντας μάλιστα ενεργό μέρος στους αγώνες του ΕΑΜ Τραπεζοϋπαλλήλων. «Το χώρο, στο πίσω μέρος της Εθνικής, τον είχα μετατρέψει σε εργαστήριο πλακάτ στην Κατοχή. Κάναμε πολλά πλακάτ, που το βράδυ τα κολλούσαμε στους δρόμους. Μερικές φορές ερχόταν και η Κατερίνα Χαριάτη». Στην τράπεζα η Γ. Περσάκη γνώρισε τον γλύπτη Κώστα Κουλεντιανό, τον οποίο παντρεύτηκε το 1944. Πολλές φορές ο Κ. Κουλεντιανός τη βοηθούσε στο τύπωμα και το κόλλημα των πλακάτ.

Με τον Κ. Κουλεντιανό χώρισε το 1946, όταν έφτασε στο Παρίσι, ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση του συζύγου της. «Η δεκάχρονη, περίπου, παραμονή μου στο Παρίσι είναι τα καλύτερα καλλιτεχνικά μου χρόνια. Εκεί, μαθήτευσα στα εργαστήρια των: Φ. Λεζέ και Α. Λοτ, ενώ παράλληλα, σχεδίαζα στην ακαδημία της Grande Chaumiere. To 1949 σπούδασα νωπογραφία και έμαθα κεραμική. Το πρωί δούλευα ως γραμματέας». Τα χρόνια του Παρισιού, εκτός από πολλή δουλιά και σκληρό αγώνα για επιβίωση, ήταν χρόνια αναγνώρισης και καλλιτεχνικών επιτυχιών. Ομως, διακόπηκαν στα μέσα της δεκαετίας του '50, όταν γύρισε αιφνιδιαστικά στην Ελλάδα, για να είναι κοντά στον άρρωστο πατέρα της.

«Τα άφησα όλα και γύρισα. Εδώ τα βρήκα "σκούρα"». Οι εκθέσεις έργων της συνέπεσαν με την εποχή της αναγνώρισης του Θεόφιλου, με την «ανακάλυψη» της λαϊκής τέχνης, τη δραστηριότητα του Λυκείου των Ελληνίδων... Η αφαιρετική διάθεση των έργων της, οι κυβιστικές αναζητήσεις, το γεγονός ότι ήταν γυναίκα - δημιουργός, ήταν στοιχεία αρνητικά για την αποδοχή της από το ελληνικό ανδροκρατούμενο εικαστικό δυναμικό.

«Επειδή ήμουν αριστερή, κάθε πρωί με πήγαιναν στην Μπουμπουλίνας και με φοβέριζαν, με παρακολουθούσαν. Από τις εκθέσεις που έκανα, δεν μπορούσα να ζήσω. Ευτυχώς, από το 1957 έως το 1982 δούλεψα στη ΧΕΝ Αθηνών. Από εμένα βγήκαν όλες οι κεραμίστριες καλλιτέχνιδες. Καλοί μου φίλοι ήταν ο Γ. Τσαρούχης, ο Ν. Χατζηκυριάκος - Γκίκας, ο σπουδαίος Διαμαντής Διαμαντόπουλος, ο Γ. Μόραλης... Με εκτιμούσαν οι καλοί καλλιτέχνες. Οι μέτριοι με υποδέχτηκαν άσχημα».

Στα πρώτα χρόνια της επιστροφής της στην Ελλάδα, η Γ. Περσάκη φιλοτέχνησε και τρία έργα μεγάλων επιφανειών με φρέσκο. Δύο από αυτά κοσμούν πολυκατοικίες στην Αθήνα (Μαυρομματαίων 5 και Αμερικής 11). Στη ζωγραφική της δημιουργία, κυριαρχούν οι παλλόμενες επιφάνειες καθαρού χρώματος. Αυτό επιτυγχάνεται με τη συνεχή αναγωγή των μορφών σε απλούστερα σχήματα και λιτές γεωμετρικές συνθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα οργανωμένο σύνολο που αποπνέει δυναμισμό και αποκαλύπτει το συγκινησιακό υπόβαθρο της σύλληψης.

Αν και η γνωριμία της με τον Μίλτο Σαχτούρη ήταν το 1955, η κοινή ζωή τους ξεκίνησε δέκα χρόνια αργότερα. «Εγώ είχα τη μανία της ζωγραφικής, εκείνος της ποίησης. Και οι δύο, όμως, είχαμε τη μανία του βιβλίου». Δίπλα του ως την τελευταία στιγμή, μιλά με παράπονο για τη στάση της πολιτείας απέναντι σε σημαντικούς ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών. «Κανείς δεν τον επισκέφτηκε από την πολιτεία, στους δύσκολους τελευταίους του μήνες. Το βραβείο που πήρε το 2003, του είχαν πει ότι ήταν 10 εκατομμύρια, μετά έγινε 8, μετά 6 και τελικά πήρε 4,5 εκατομμύρια. Ωραία είναι τα μπράβο και οι έπαινοι. Με ρώτησε, όμως, κανείς πώς τα έβγαλα πέρα; Η σύνταξη του Μίλτου ήταν 600 ευρώ. Για το γηροκομείο όμως, που έμεινε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, χρειάζονταν 900 ευρώ. Ευτυχώς, με βοήθησαν φίλοι. Με βοήθησε πολύ ο Θάνος Κωνσταντινίδης. Αγαπούσε πολύ τον Μίλτο. Επρεπε η πολιτεία να προνοήσει για ένα ίδρυμα για τους καλλιτέχνες, τους ανθρώπους της Τέχνης. Να φροντίσει να έχουν μια ευπρεπή σύνταξη για να μπορούν να ζήσουν αξιοπρεπώς στα γεράματά τους».
Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ
 
 Εφημερίδα Ριζοσπάστης - Κυριακή 20 Νοέμβρη 2005
 
Untitled , 2000
 

  Little girl with toys, 1950
 
 
 
Lady closed within herself

Διαβάστε περισσότερα https://homouniversalisgr.blogspot.com/

















ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ ( 5 Ιουνίου 1898 – 19 Αυγούστου 1936)

 

«Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»


Γεννήθηκε το 1898 στην Ανδαλουσία. Γιoς αγρότη και δασκάλας πιάνου, ποιητής, συγγραφέας και μουσικός. Εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική. 
Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον Χιμένεθ. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.
Ο Λόρκα σε ηλικία 6 ετών.

Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στη Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής, πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.
Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.
Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barroca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασσικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.
Τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου του 1936, ήρθε το τέλος για τον κορυφαίο ποιητή, ζωγράφο, δραματουργό και θεατρικό σκηνοθέτη, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκτελέστηκε στο Βίθναρ της Ισπανίας από παραστρατιωτικούς οπαδούς του Φράνκο που έθαψαν τη σορό του, μαζί με άλλα τρία άτομα που εκτέλεσαν εκείνη την αυγή σε ομαδικό τάφο. 
Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Λόρκα εκτελέστηκε στο Αλφακάρ και πολλοί πίστευαν ότι είχε ταφεί στην περιοχή αυτή, μαζί με άλλους εκτελεσθέντες. Πέρυσι, οι αρχές της Ανδαλουσίας διέταξαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου τάφου, κατόπιν αιτήματος των οικογενειών των άλλων πέντε ανθρώπων που πιθανολογείτο ότι είχαν ταφεί εκεί. Από την ανασκαφή και την έρευνα που έγινε στο χώρο όμως δεν βρέθηκε τίποτα.
Το τέλος του πολέμου έφερε μαζί του και την «Συμφωνία για Λήθη», μια συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και το στρατό, η οποία άνοιξε την πόρτα για τη Δημοκρατία με αντάλλαγμα γενική αμνηστία για το καθεστώς του Φράνκο. Πρόσφατα όμως εμφανίστηκαν ρωγμές στη συμφωνία.
Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών, το 2007, ψήφισε το Νόμο της Ιστορικής Μνήμης, η οποία για πρώτη φορά αναγνώριζε επίσημα τα θύματα της δικτατορίας του Φράνκο. Ο νόμος επιτρέπει σε όποιον έχει αποδείξεις για ομαδικό τάφο να ζητήσει την βοήθεια του κράτους για την εκταφή και την ταυτοποίηση των λειψάνων.

Τον Οκτώβριο του 2008, μετά από μια δεκαετία προσπαθειών από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ισπανίας, ο δικαστής Μπαλτάσαρ Γκαρθόν διέταξε την εκταφή και αναγνώριση των θυμάτων από 19 ομαδικούς τάφους, μεταξύ των οποίων και αυτός όπου θεωρείται του Λόρκα. Ωστόσο, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Λόρκα, η αντίσταση στην εκταφή της καταπιεσμένης μνήμης της χώρας παρέμενε ισχυρή. Μια εβδομάδα μετά την έκδοση της απόφασης του Γκαρθόν, ο ανώτατος εισαγγελέας της χώρας, Χαβιέρ Θαραγόθα, την αμφισβήτησε με το σκεπτικό ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Γκαρθόν η υπόθεση.
Ο δικαστής Γκαρθόν, πιθανόν φοβούμενος την περίπτωση σύμπνοιας του Ανώτατου Δικαστηρίου με τον Θαραγόθα, έστειλε την υπόθεση στα κατά τόπους δικαστήρια, επιχειρώντας έτσι να κρατήσει την υπόθεση ανοιχτή. Τελικά δόθηκε το «πράσινο φως» και η οικογένεια του Λόρκα που είχε αρχικά αντιρρήσεις, στο τέλος έδωσε τη συγκατάθεσή της και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2009. Αλλά δεν βρέθηκε τίποτε που να αποδεικνύει ότι εκεί είχε ταφεί ο συγγραφέας του «Ματωμένου γάμου».



Την είδηση του θανάτου του διεκτραγώδησε με τον ακόλουθο τρόπο ο Νίκος Καζαντζάκης (ο οποίος σημειωτέον μετέφρασε Λόρκα το 1933, στην πρώτη μάλλον μετάφραση του ποιητή στα ελληνικά), στην εφημερίδα “Καθημερινή” στις 11 Ιανουαρίου 1937:


“Σκότωσαν τον Λόρκα! [...] Ο Λόρκα στον αδελφοκτόνο πόλεμο σκοτώθηκε. Τον σκότωσαν. Θερίστηκε μια από τις μεγαλύτερες ποιητικές ελπίδες του καιρού μας”.

ΠΙΝΑΚΑΣ  Agustin Herrero Massieu

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Σονέτο του γλυκού παραπόνου

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου


Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.


Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει


και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.


Ματωμένος Γάμος- Μονόλογος Φεγγαριού 

Είμ` ένας κύκνος στρογγυλός μες το ποτάμι,
είμ` ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά,
και μες στις φυλλωσιές φαντάζω ψεύτικο φως της χαραυγής.
Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!
Ποιος κρύβεται; Ποιανού το κλάμα γροικιέται μες στο χέρσο κάμπο;

Ένα μαχαίρι έχω κρεμάσει μες στον ανταριασμένο αγέρα,
που λαχταράει, μολύβι τώρα, πόνος να γίνει μες στο αίμα.
Αφήστε με να μπω! Παγώνω στους τοίχους και στα παραθύρια.
Μια στέγη ανοίχτε, μια καρδιά, να μπω να ζεσταθώ λιγάκι!

Αχ, πως κρυώνω! Οι στάχτες μου – μέταλλα κοιμισμένα –

ψάχνουν σε κάμπους και βουνά της φλόγας την κορφή να βρούνε.
Όμως το χιόνι με κουβαλάει στις χαλαζένιες πλάτες του,
και με βυθίζει όλο παγωνιά στα χαλκοπράσινα βαλτονέρια.

Μα τούτη τη νύχτα θα βαφτούν τα μάγουλα μου κόκκινο αίμα,

και τ` άγρια βούρλα θα ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ίσκιο δε θα `βρουν και φυλλωσιά για να γλιτώσουν από μένα!
Θέλω μονάχα μια καρδιά! Ζεστή!

Το αίμα της να βάψει τα κρύα βουνά τα στήθια μου.

Αφήστε με να μπω, αχ, αφήστε!
(Στα κλαδιά.)
Ίσκιους δε θέλω. Οι αχτίδες μου πρέπει να μπουν, και μέσα

στα κατασκότεινα κλαριά το φως μου πρέπει να κυλήσει,

για να βαφτούν τη νύχτα τούτη τα μάγουλα μου αίμα γλυκό,
και τα άγρια βούρλα να ζαρώσουν κάτου απ` τα πέλματα του αγέρα.
Ποιος κρύβεται; Να `βγει έξω είπα!

Κανείς δε μου γλυτώνει εμένα!

Θε να τα` αστράψω τα` άλογο με διαμαντένιο πυρετό.
...
Ο αγέρας γίνεται κοφτερός σα δίκοπο μαχαίρι.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Ματωμένος Γάμος- Απόσπασμα
Μετάφραση Νίκος Γκάτσος


 




Διαβάστε περισσότερα https://homouniversalisgr.blogspot.com/
















ΝΤΙΕΓΟ ΒΕΛΑΘΚΕΘ ( 5 Ιουνίου 1599 - 6 Αυγούστου 1660 )

 

Queen Isabel of Bourbon Equestrian, 1635 


 Self-Portrait,1650
O Ντιέγο Βελάθκεθ (Diego Rodríguez de Silva y Velázquez, Ντιέγο Ροδρίγκεθ ντε Σίλβα ι Βελάθκεθ, 5 Ιουνίου 1599 - 6 Αυγούστου 1660) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους της περιόδου του μπαρόκ, γνωστός κυρίως για τις προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε ως καλλιτέχνης της αυλής του βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππου Δ´. Αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες στην ιστορία της τέχνης, με σημαντική επίδραση στη ζωγραφική του 19ου αιώνα, ειδικότερα στο κίνημα του ιμπρεσιονισμού. Αρκετοί καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης, όπως ο Πάμπλο Πικάσο ή ο Σαλβαδόρ Νταλί, απέδωσαν επίσης φόρο τιμής στον Ισπανό ζωγράφο, αναπαράγοντας ορισμένους από τους διασημότερους πίνακές του.
Ο Ντιέγο Ροδρίγκεθ ντε Σίλβα ι Βελάθκεθ, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στη Σεβίλλη στις 5 Ιουνίου του 1599, γόνος οικογένειας που ανήκε στην κατώτερη αριστοκρατία. Ο πατέρας του, Χουάν Ροδρίγκεθ ντε Σίλβα, ήταν ευγενούς πορτογαλικής καταγωγής και δικηγόρος στο επάγγελμα, ενώ η μητέρα του, Χερόνιμα Βελάθκεθ, ήταν μέλος της αριστοκρατίας της Σεβίλλης.
Είχε επίσης πέντε αδελφούς και μία αδελφή, αν και λίγα είναι γνωστά για την εξέλιξη τους. Από νεαρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική και σε ηλικία δώδεκα ετών άρχισε να εκπαιδεύεται πιθανότατα δίπλα στον Φρανθίσκο ντε Ερρέρα τον Πρεσβύτερο (περ. 1590-1654). Παρέμεινε κοντά του μόλις για ένα χρόνο αποκτώντας τις πρώτες του βασικές γνώσεις γύρω από την τέχνη της ζωγραφικής και αργότερα μαθήτευσε στο εργαστήριο του Φρανθίσκο Πατσέκο (1564-1644), ο οποίος αν και υπήρξε μέτριος ζωγράφος της σχολής του μανιερισμού, ήταν καλός δάσκαλος, με κατάρτιση σε καλλιτεχνικά θέματα αλλά και γνωριμίες με καλλιτέχνες και λόγιους της Σεβίλλης. Ο Βελάθκεθ εκπαιδεύτηκε κοντά στον Πατσέκο για πέντε χρόνια, σε μία χρονική περίοδο κατά την οποία η Σεβίλλη αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κέντρα της Ισπανίας.
Πριν γίνει δεκαοκτώ ετών, έγινε δεκτός στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά και, επιχειρώντας τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στη Σεβίλλη, ακολούθησε τα θεματολογικά πρότυπα της εποχής του, φιλοτεχνώντας ένα είδος ρωπογραφίας, κοινό για την εποχή εκείνη, αποκαλούμενο bodegon. Ο όρος αυτός αναφέρεται στους πίνακες νεκρής φύσης των Ισπανών ζωγράφων, κυρίως σε αυτούς που απεικονίζουν τρόφιμα και ποτά. Ενδέχεται να προστίθενται και ανθρώπινες μορφές αλλά το κυρίαρχο στοιχείο είναι τα ευτελή αντικείμενα, όπως τα πιο πάνω και διάφορα άλλα μικροπράγματα.
Από το 1617 έως το 1622, ολοκλήρωσε εννέα bodegones (σκηνές καθημερινότητας,με έμφαση στη νεκρή φύση), με χαρακτηριστικά δείγματα τους πίνακες Γριά που τηγανίζει αβγά (1618), Τρεις μουσικοί (π. 1618) και Ο νεροκουβαλητής (π. 1620).

Το 1618, παντρεύτηκε την κόρη του δασκάλου του, έπειτα από σχετική έγκρισή του. Την ίδια περίπου περίοδο, ο Πατσέκο τον παρότρυνε να στραφεί σε θρησκευτικά θέματα. Ο Βελάθκεθ ολοκλήρωσε ορισμένες εικόνες μικρών διαστάσεων καθώς και μια σειρά από ρετάμπλ, ωστόσο στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής του δραστηριότητας συνέχισαν να βρίσκονται οι προσωπογραφίες. Στις αρχές του 1620, η φήμη του είχε αρχίσει να εδραιώνεται στη Σεβίλλη και το 1622 αποφάσισε να εγκατασταθεί στη Μαδρίτη, η οποία αποτελούσε πολιτικό κέντρο της χώρας, καθώς δύο χρόνια νωρίτερα είχε μεταφερθεί εκεί η βασιλική αυλή του Φίλιππου Δ´. Την άνοιξη του 1623, ευνοημένος από τις διασυνδέσεις του Πατσέκο, κατάφερε να γίνει αυλικός ζωγράφος. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε σημειωθεί ο θάνατος του Ροντρίγκο ντε Βιγιαντράντο, ενός εκ των τεσσάρων ζωγράφων της βασιλικής αυλής και τότε ο κόμης-δούκας του Ολιβάρες κάλεσε τον Βελάθκεθ, για τον οποίο η επόμενη περίοδος υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξή του.


Los Borrachos (Ο θρίαμβος του Βάκχου), 1629

Μετακομίζοντας στη Μαδρίτη ως ζωγράφος της αυλής, παρέμεινε πιστός στην παράδοση του bodegon και διακρίθηκε κυρίως ως δεξιοτέχνης προσωπογράφος. Η πρώτη παραγγελία που του ανατέθηκε ήταν μία προσωπογραφία του ίδιου του Φιλίππου Δ´, πράγμα που του εξασφάλισε και το προνόμιο να είναι ο αποκλειστικός προσωπογράφος του βασιλιά, κερδίζοντας παράλληλα σημαντικές απολαβές για το έργο του.
Το Σεπτέμβριο του 1628, ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς επισκέφτηκε τη Μαδρίτη με διπλωματική αποστολή και ο Βελάθκεθ ήταν ο μοναδικός Ισπανός ζωγράφος με το προνόμιο να τον επισκέπτεται στο εργαστήριο που του είχε παραχωρηθεί στο Αλκάθαρ. Ο Ρούμπενς είχε σε εκτίμηση τις ικανότητες του Βελάθκεθ, ο οποίος με τη σειρά του επηρεάστηκε σημαντικά από εκείνον, στο διάστημα των επτά μηνών που παρέμεινε στη Μαδρίτη. Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς πίνακες του Βελάθκεθ αυτής της περιόδου είναι ο Βάκχος (1629), ο οποίος φανερώνει παράλληλα την επιρροή του Καραβάτζιο, τόσο ως προς το θέμα του Βάκχου, όσο και ως προς τους ανθρώπινους τύπους που επιχειρεί να απεικονίσει.

Ο βασιλιάς της Ισπανίας χρηματοδότησε το 1629 το ταξίδι του Βελάθκεθ στην Ιταλία, στα πλαίσια μίας ευρύτερης καλλιτεχνικής αναζήτησης του ζωγράφου. Έφθασε με πλοίο στη Γένοβα και λίγες ημέρες αργότερα αναχώρησε για τη Βενετία. Εκεί είχε την ευκαιρία να δει και πιθανόν να αντιγράψει έργα του Τιντορέττο, του Βερονέζε και του Τιτσιάνο. Στη συνέχεια επισκέφτηκε τη Ρώμη, όπου έμεινε επί ένα χρόνο μελετώντας τα έργα του Μιχαήλ Άγγελου και του Ραφαήλ.


O Απόλλων στο εργαστήριο του Ήφαιστου, 1630, 

Στην Ιταλία, ο Βελάθκεθ φιλοτέχνησε τον πίνακα Ο Απόλλων στο εργαστήριο του Ήφαιστου(1630) που απεικονίζει το θεό Απόλλωνα, έτοιμο να αναγγείλει στον Ήφαιστο πως η Αφροδίτη τον απατά με τον θεό Άρη. Ολοκλήρωσε επίσης δύο τοπία – θεματολογία ασυνήθιστη για την ισπανική ζωγραφική – τα οποία απεικονίζουν τη Βίλα Μέντιτσι στη Ρώμη, όπου αποσύρθηκε το καλοκαίρι του 1630 και πιθανόν μελέτησε έργα της αρχαιότητας. Μετά από μία σύντομη διαμονή στη Νάπολη όπου επισκέφτηκε το ζωγράφο Χοσέ Ριμπέρα, ο Βελάθκεθ επέστρεψε στη Μαδρίτη το 1631.
Μετά την επιστροφή του στην αυλή του Φίλιππου Δ´, ανέλαβε να ζωγραφίσει το πορτρέτο του νεαρού πρίγκιπα Μπαλτάσαρ Κάρλος, διαδόχου του βασιλικού θρόνου. Όταν το 1630 ξεκίνησε η ανέγερση των νέων βασιλικών ανακτόρων, ο Βελάθκεθ φιλοτέχνησε μία σειρά από έφιππες προσωπογραφίες, με σημαντικότερες ίσως αυτές του Φίλιππου Δ´ και του κόμη-δούκα Ολιβάρες, οι οποίες θα διακοσμούσαν την Αίθουσα του Θρόνου του ανακτόρου. Ολοκλήρωσε επίσης τον πίνακα Παράδοση της Μπρέντα (1634-35) που απεικονίζει την παράδοση της ολλανδικής πόλης στους Ισπανούς, που έλαβε χώρα στις 5 Ιουνίου 1625. Το έργο αυτό αποτέλεσε έναν από τους πρώτους αμιγώς ιστορικούς πίνακες στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ζωγραφική, όπου απουσιάζουν άλλου είδους αλληγορικές αναφορές. Το 1638, ο Φίλιππος Δ´ αποφάσισε να επεκτείνει τον κυνηγετικό πυργίσκο (Τόρε δε λα Παράδα) που χρησιμοποιούσε, και ο Βελάθκεθ ανέλαβε να φιλοτεχνήσει μία σειρά από προσωπογραφίες με θέμα το κυνήγι. Σήμερα διασώζονται τρεις από αυτές, όλες σε φυσικό μέγεθος.


Η παράδοση της Μπρέντα, 1634/35

Το 1643, ο βασιλιάς της Ισπανίας όρισε τον Βελάθκεθ αρχιθαλαμηπόλο, με αρμοδιότητα να επιτηρεί τα βασιλικά διαμερίσματα, ενώ αργότερα έγινε παράλληλα βοηθός γενικού επιθεωρητή γύρω από τις οικοδομικές εργασίες της αυλής. Την ίδια περίπου περίοδο, η τέχνη του έφθασε στο απόγειό της με χαρακτηριστικά δείγματα γραφής, πίνακες όπως Η Αφροδίτη του καθρέφτη και Ο μύθος της Αράχνης ή Οι υφάντρες (Las Hilanderas) (π. 1644-48). Ο μύθος της Αράχνης αποτέλεσε παραγγελία ενός ιδιώτη και βασίζεται στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου όπου περιγράφεται ο ανταγωνισμός μεταξύ της Παλλάδας Αθηνάς και της Αράχνης. Ο Βελάθκεθ μετέφερε ένα αμιγώς μυθολογικό θέμα στο επίπεδο μίας καθημερινής σκηνής. Ο πίνακας της Αφροδίτης, γνωστό παλαιότερα ως Αφροδίτη Rokeby από το όνομα της οικογένειας των ιδιοκτητών του, είναι το μοναδικό γυναικείο γυμνό που φιλοτέχνησε ο Βελάθκεθ.


Προσωπογραφία του Juan de Pareja, 1649-1650

Τον Ιανουάριο του 1649, ο Βελάθκεθ αναχώρησε από τη Μάλαγα με προορισμό την Ιταλία, συνοδευόμενος από τον Μαυριτανό σκλάβο του Pareja. Οι λόγοι της δεύτερης επίσκεψής του στην Ιταλία ήταν εν μέρει προσωπικοί, αλλά του ανατέθηκε επίσης η αγορά πινάκων και αντίγραφων αγαλμάτων για λογαριασμό του βασιλιά Φίλιππου Δ´. Μεταξύ άλλων, ο Βελάθκεθ προέβη στη αγορά έργων του Τιτσιάνο, του Τιντορέτο και του Βερονέζε, ενώ παράλληλα φιλοτέχνησε αρκετές προσωπογραφίες. Κατά την παραμονή του στη Ρώμη, ολοκλήρωσε μία ημίσωμη προσωπογραφία του Pareja, η οποία εκτέθηκε αργότερα στο Πάνθεον της Ρώμης στις 19 Μαρτίου 1650, στα πλαίσια του εορτασμού του Αγίου Ιωσήφ.
Το έργο αυτό έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής και πιθανόν είχε καταλυτικό ρόλο στην μετέπειτα είσοδο του Βελάθκεθ στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά (Accademia di San Luca'). Ένας από τους σημαντικότερους πίνακες που φιλοτέχνησε ήταν και η προσωπογραφία του πάπα Ιννοκέντιου Ι'. Το έργο ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1650 και αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα παπικής προσωπογραφίας που πραγματοποίησαν καλλιτέχνες από την εποχή της αναγέννησης. Το έργο έγινε αποδεκτό από τον πάπα, ο οποίος δώρισε στο δημιουργό του ένα μετάλλιο και μία πολύτιμη χρυσή αλυσίδα. Ο ίδιος ο Βελάθκεθ πήρε μαζί του στην Ισπανία ένα αντίγραφο του πίνακα, πιθανόν διότι ήταν και ο ίδιος απόλυτα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, ενώ και άλλοι ομότεχνοί του το αναπαρήγαγαν με τον δικό τους τρόπο.


Ιννοκέντιος Ι', 1650

Την ίδια περίοδο που ο Βελάθκεθ γνώριζε μεγάλη αποδοχή στην Ιταλία, ο Φίλιππος Δ´ επιθυμούσε την επιστροφή του στην Ισπανία προκειμένου να φιλοτεχνήσει την προσωπογραφία της βασίλισσας Μαριάννας και να συνεισφέρει στην ανακαίνιση του Αλκάθαρ. Ο Βελάθκεθ επέστρεψε τελικά στη Μαδρίτη το 1651. Τον ίδιο χρόνο, διορίστηκε από τον βασιλιά στη θέση του μεγάλου αυλάρχη των ανακτόρων, ανερχόμενος σε ακόμα υψηλότερα αξιώματα. Αν και οι ασχολίες του άφηναν λίγο χρόνο για την καλλιτεχνική του δραστηριότητα, τα έργα που ολοκλήρωσε αυτή την περίοδο θεωρείται πως ανήκουν στα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του.


Las Meninas, 1656-1657

Περίπου το 1656 ολοκλήρωσε ένα από τα πιο δημοφιλή σήμερα και σημαντικότερα έργα του, τον πίνακα με τίτλο Οι δεσποινίδες των τιμών (Las Meninas). Το έργο απεικονίζει την ινφάντα Μαργαρίτα με την ακολουθία της σε μία αίθουσα του Αλκάθαρ που ο Βελάθκεθ είχε μετατρέψει σε εργαστήριο. Ο ζωγράφος Λούκα Τζορντάνο (1634-1705) χαρακτήρισε τον πίνακα ως τη «θεολογία της ζωγραφικής» ενώ μέχρι σήμερα έχουν προταθεί αρκετές ερμηνείες και υποθέσεις σχετικά με αυτόν. Ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ, αφιέρωσε ένα μέρος του βιβλίου του Les mots et les choses σε εκτεταμένη ανάλυση του πίνακα και του νοηματικού του περιεχομένου.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Βελάθκεθ βρισκόταν στο απόγειο της σταδιοδρομίας του ως αυλικός ζωγράφος και αξιωματούχος. Το 1659, ο βασιλιάς αποφάσισε να του απονείμει τον τίτλο του ιππότη. Σύμφωνα με το βιογράφο του, Αντόνιο Παλομίνο (1655-1726), ο Βελάθκεθ επέλεξε ανάμεσα σε τρεις στρατιωτικούς τίτλους, εκείνον του ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιακώβου (Orden militar de la Caballeria de Santiago), ο οποίος δινόταν μόνο σε όσους είχαν παλαιές χριστιανικές ρίζες (Limpieza de sangre) και τα μέλη της οικογένειάς του ανήκαν στην ευγενή τάξη των ιδάλγος. Ανάμεσα στα τελευταία έργα του ανήκει η Προσωπογραφία του πρίγκιπα Φίλιππου Πρόσπερου (1660), έργο το οποίο εκθείασε ο Παλομίνο χαρακτηρίζοντάς το ως ένα από τα καλύτερα πορτρέτα του Βελάθκεθ.

Πέθανε στις 6 Αυγούστου 1660. Η ταφή του έγινε στην εκκλησία του Σαν Χουάν Μπαουτίστα, παρουσία ευγενών και αυλικών, ενώ οκτώ ημέρες αργότερα πέθανε και η σύζυγός του Χουάνα, την οποία έθαψαν δίπλα του. Σχεδόν έναν αιώνα μετά το θάνατό του, αρκετά έργα του καταστράφηκαν ή υπέστησαν σοβαρές φθορές από πυρκαγιά που ξέσπασε το 1734 στα βασιλικά ανάκτορα της Μαδρίτης, ενώ το 1811, η εκκλησία και ο τάφος του καταστράφηκαν από τους Γάλλους.

Διαβάστε περισσότερα https://homouniversalisgr.blogspot.com/
















Ντίνος Ηλιόπουλος ( 12 Ιουνίου 1913 – 4 Ιουνίου 2001 )

 

Ο Κωνσταντίνος (Ντίνος) Ηλιόπουλος (Αλεξάνδρεια 12 Ιουνίου 1913 – Αθήνα, 4 Ιουνίου 2001) ήταν Έλληνας ηθοποιός. Θεωρήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1913, από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας του καταγόταν από την Πελοπόννησο - Κυπαρισσία και η μητέρα του είχε γεννηθεί στην Υεμένη. Ο έμπορος πατέρας του καταστρέφεται οικονομικά από το κραχ του 1929 και υποχρεώνεται να μετακομίσει μαζί με την γυναίκα και τα παιδιά του (δύο αγόρια και τρία κορίτσια) στη Μασσαλία, όπου o μικρός Ντίνος γράφτηκε στο Δημοτικό και τελείωσε το σχολείο πετυχαίνοντας με άριστα στις εξετάσεις για το απολυτήριο Λυκείου.Για αυτόν τον λόγο άλλωστε είχε μεγαλύτερη ευχέρεια στη Γαλλική που είχε γίνει η πρώτη του γλώσσα. Το 1935 επέστρεψε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και γράφτηκε στο «Berkshire High Commercial School», που υπήρχε τότε στην Αθήνα, για να σπουδάσει εμπορικές επιστήμες και ν' ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Αφού πήρε το πτυχίο του και εκπλήρωσε την, παρατεταμένη λόγω πολέμου, στρατιωτική του θητεία, εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα σε μια αντιπροσωπεία. Αναζητώντας συνεχώς κάτι διαφορετικό, συνέχισε να αλλάζει δουλειές «σαν τα ξυραφάκια του» όπως έλεγε και ο ίδιος, μέχρι που ανακάλυψε την αγάπη και την κλίση του προς το θέατρο.

Πορεία στο χώρο του θεάματος

Η προσπάθειά του να φοιτήσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, δίνοντας εξετάσεις με ένα ποίημα του Καβάφη, στέφθηκε με αποτυχία διότι θεωρήθηκε ότι δεν διέθετε τον απαραίτητο, για την εποχή, στόμφο και το ανάλογο παράστημα. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος δεν απογοητεύτηκε, διέθετε πείσμα και υπομονή, έτσι, γράφτηκε στην ιδιωτική σχολή του διεθνούς φήμης διευθυντή του Θεάτρου «Σάρα Μπερνάρ», Γιαννούλη Σαραντίδη, που είχε έρθει στην Αθήνα πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για να σκηνοθετήσει μερικά έργα της Μαρίκας Κοτοπούλη και να επιστρέψει πάλι στο Παρίσι. Δυστυχώς, το ξέσπασμα του πολέμου δεν του επέτρεψε να φύγει κι έτσι ίδρυσε τη Δραματική σχολή «Γιαννούλη Σαραντίδη» όπου ο Ηλιόπουλος είχε την ευκαιρία να μαθητεύσει δίπλα στους Γιώργο Βακαλό, Θράσο Καστανάκη, Μ. Καραγάτση, Γιώργο Θεοτοκά, Γιάννη Σιδέρη, Αντώνη Γιαννίδη.
Θα κάνει το ξεκίνημά του στο θεατρικό σανίδι το 1944, με το θίασο της κυρίας Κατερίνας, στο έργο του Λέο Λεντς, «Κυρία, σας αγαπώ». Αργότερα θα παίξει στους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη, της Μαίρης Αρώνη, του Δημήτρη Χορν κ.ά. αποκομίζοντας πάντα θετικά σχόλια για τις ερμηνείες του. Χαρακτηριστικά, ο σπουδαίος ηθοποιός της εποχής Βασίλης Λογοθετίδης είχε πει για το νεαρό, τότε, Ηλιόπουλο: "Τι σπουδαίος! Τι φανταστικός κλόουν! Αυτό θα πει θέατρο!".
Η πρώτη από τις πολλές κινηματογραφικές συμμετοχές του Ηλιόπουλου θα γίνει το 1948 με την ταινία «Εκατό χιλιάδες λίρες». Το κινηματογραφικό κοινό πολύ γρήγορα τον αγκάλιασε και η αναγνωρισιμότητά του του επέτρεψε να ηγηθεί από το 1953 και θεατρικού θιάσου (με επιχειρηματία τον Χέλμη) στο Θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ, όπου παρουσίασε την κωμωδία: «Θανασάκης ο πολιτευόμενος», με πρωταγωνίστρια την Άννα Συνοδινού.
Οι περιοδείες του σε όλη την Ελλάδα και οι ταινίες του, που γυρίζονται η μία μετά την άλλη, γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και έτσι, το 1963, δημιουργεί τη δική του θεατρική στέγη, στο Θέατρο Γκλόρια, σαν επιχειρηματίας και θιασάρχης. Ανεβάζει κωμωδίες ελλήνων και ξένων συγγραφέων, που γίνονται μεγάλες θεατρικές επιτυχίες και μεταφέρονται και στον κινηματογράφο, όπως τα «Ξύπνα Βασίλη», «Θανασάκης ο πολιτευόμενος», «Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος», «Εξοχικό κέντρο ο Έρως», «Ζητείται ψεύτης», «Έκτο πάτωμα» κ.ά. Μέσα από το θίασό του, αναδεικνύονται καινούριες πρωταγωνίστριες που διέπρεψαν και καθιερώθηκαν στη συνείδηση του θεατρόφιλου κοινού σαν σπουδαίες ερμηνεύτριες όπως η Άννα Φόνσου, κι η Μάρω Κοντού. Κάποιο διάστημα, γίνεται συν-θιασάρχης με τον Μίμη Φωτόπουλο. Είναι ένα θεατρικό «πάντρεμα» δυο μεγάλων και αναντικατάστατων καλλιτεχνών , που ανεβάζουν, προς τέρψη του κοινού τους, έργα υψηλού επιπέδου.
Παράλληλα με τις θιασαρχικές του δραστηριότητες, ο Ντίνος Ηλιόπουλος έπαιξε με το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο, έργα του κλασσικού ρεπερτορίου. Επίσης συνεργάστηκε με τον Αλέξη Σολομό στο «Προσκήνιο». Το 1972, συμπρωταγωνίστησε με την Έλλη Λαμπέτη, στο μιούζικαλ «Γλυκιά Ίρμα» (Είχε προ υπάρξει κι’ άλλη συνεργασία με το θίασο Λαμπέτη - Χόρν, με το έργο: «Ένα ζευγάρι παπούτσια»).
Το 1974 έκανε μια περιοδεία σε 60 πόλεις των ΗΠΑ και του Καναδά, με τα έργα: «Ζητείται ψεύτης», του Δημήτρη Ψαθά και τις «Θεσμοφοριάζουσες», του Αριστοφάνη. Η περιοδεία κρατάει ενάμιση χρόνο, πρωτοφανές διάστημα για ελληνικό θίασο.
Ανάμεσα στα πολλά του ταλέντα έχει και γόνιμη θεατρική φαντασία. Γράφει το μουσικό έργο «Κοντσέρτο για τρομπόνι» (διασκευή από τους «Μέναιχμους» του Πλαύτου) και «Γιάννης Τζόνι και Ιβάν» (διασκευή από το έργο του Γκολντόνι «Υπηρέτης δυο αφεντάδων»), καθώς και τα σατυρικά δοκίμια: «Προσδεθείτε» και «Ο Ντίνος στη χώρα των θαυμάτων». Επίσης, τη βιογραφία του, με τίτλο: «Ένας Ηλιόπουλος ονόματι Ντίνος».
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους του θεάτρου και γενικότερα της Τέχνης. Υπήρξε δε, ένας από τους ευγενέστερους ανθρώπους που πέρασαν ποτέ από τον καλλιτεχνικό χώρο. Έλαμπε και ξεχώριζε από τη φινέτσα και την αυθόρμητη απλότητα της ερμηνείας του. Συνεργάστηκε με όλους τους ηθοποιούς της ελληνικής σκηνής, μεγάλους και μικρούς, τους αγάπησε και τον αγάπησαν, τους σεβάστηκε και τον σεβάστηκαν, αλλά, ο φίλος της καρδιάς του (που "πιο αδελφός δεν γίνεται", όπως έλεγε ο ίδιος) ήταν ο Βαγγέλης Πλοιός.



Προσωπική ζωή

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος νυμφέφθηκε το 1963 την Χίλντεγκαρντ Βίτσερ, αυστριακής καταγωγής. Απέκτησαν δύο κόρες, την Εβίτα και τη Χίλντα και τρία εγγόνια, την Νικήτα της Εβίτας, την Έλλη και τον Ντίνο, της Χίλντας.

Ασθένεια και θάνατος

Απεβίωσε στις 4 Ιουνίου 2001, στην Αθήνα, μετά από μακρά νοσηλεία σε διάφορα νοσοκομεία. Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στις 6 Ιουνίου 2001 στο Α΄ Νεκροταφείο και στο μνήμα του υπάρχει μια πλάκα, που γράφει κατ' απαίτησή του: «Με συγχωρείτε κυρίες μου που δεν μπορώ να σηκωθώ».

Τιμητικές διακρίσεις

Για την μεγάλη του προσφορά στο θέατρο τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό Γεωργίου Α'.Επίσης του απενεμήθη το 1999 το Μετάλλιο της Πόλεως των Αθηνών από τον Δήμο Αθηναίων, αλλά και τιμητική πλακέτα το 2000, από τον Δήμο Πειραιά.

Η Μηχανή του Χρόνου - Αφιέρωμα στον Ντίνο Ηλιόπουλο



ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ “ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ΟΝΟΜΑΤΙ ΝΤΙΝΟΣ”


Να είσαι κάτι το '49 (όπου αναδείχτηκα) και να εξακολουθείς να είσαι κάτι το '99, είναι επίσης κάτι! Μου το δείχνει η τρυφερότητα του κόσμου, των συναδέλφων μου, της κριτικής. . . Μου το δείχνουν οι δυο-τρεις γενιές που μεγάλωσα, που καταφθάνουν πάνω μου συγκινημένοι να τους μείνω κι άλλο παρών. Οι στενοί μου άγνωστοι του δρόμου, ο φοιτητής, το κοριτσόπουλο, ο φορτηγατζής, ο μηχανόβιος που ανάμεσα στο «γέρασε» που τους ξεφεύγει και το «δεν το έκανα επίτηδες» που τους απαντάω, με φέρνουν στην ηλικία τους, και με προσφωνούν «Ντίνο, Ντινάκο, Ντινάρα». Αν υπάρχει σ' αυτό τον κόσμο μια μουσική πιο γλυκιά, δεν την έχω ακούσει! (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)


Αποσπάσματα 

Αν είχαμε Θρησκευτικά…

Απ’ τη μια μεριά, λοιπόν, η είσοδος των ναζί στην Αθήνα, με κείνες τις πράσινες μοτοσικλετοκίνητες στολές, ενός πράσινου που έγερνε προς το ηπατικό, που προς τιμή της Πατησίων και της όλης διαδρομής, μόνο θεόκλειστα παντζούρια τους υποδέχτηκαν.
Συνηθισμένοι, καλομαθημένοι οι Γερμανοί να τους υποδέχονται στις άλλες χώρες με λουλούδια, θα αισθάνθηκαν σαν στο προσκήνιο ενός θεάτρου, που ένας αφηρημένος αρχιτέκτονας θα ‘χε βάλει τα καθίσματα της πλατείας ανάποδα, πλάτη στη σκηνή.
Κι απ’ την άλλη μεριά η μεγάλη Νηστεία του αιώνα, οι νηστικές ταξιαρχίες των Ελλήνων με τα γόνατα να παίζουν καστανιέτες από το κρύο και την αφαγία, να τρέχουν μ’ ένα άδειο τενεκεδάκι από κουάκερ, για να το γεμίσουν με οτιδήποτε τσίμα – τσίμα τρωγόταν. Ενώ οι άλλοι μισοί στα μπλόκα, στις φυλακές και στα στρατόπεδα περίμεναν στην γκαρνταρόμπα να ξεκρεμάσουν τα φωτοστέφανά τους.
Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, ο Σαραντίδης ιδρύει την πρώτη ιδιωτική θεατρική Σχολή. Ως τότε μόνο του Εθνικού υπήρχε και αργότερα έγιναν και των Κουν, Κοτοπούλη, Ροντήρη, Μπαστιά.
Απ’ τους 150 που παρουσιαζόμαστε με πολλή υπομονή, μας ξεσκονίζει δεκαεννέα.
Καθηγητές μας -που για να τους αποκτήσει μια Σχολή σήμερα τόσους μαζεμένους σπουδαίους, είναι όνειρο άπιαστο- Γιώργος Βακαλό, Θρ. Καστανάκης, Μ. Καραγάτσης, Γιάννης Σιδέρης, Γ. Θεοτοκάς, Γιώργος Σεβαστίκογλου, Ραλού Μάνου. Αν είχαμε Θρησκευτικά, θα είχαμε το Θεό.

 Το επάγγελμα του ηθοποιού
Ενώ οι άλλοι αφήνουν τα παιγνίδια, για να πάνε να δουλέψουν, αυτός αφήνει τις δουλειές του για να πάει να παίξει.

Για ένα λεπτό λευτερώθηκε η Ελλάδα

Στην κηδεία του μεγάλου μας Παλαμά όλος ο εξασθενημένος λαός, σαν πείσμα της αλύγιστης συνείδησης, κάτι σαν αυτό της δικτατορίας με το Γέρο της Δημοκρατίας. Όλοι οι θεατρικοί σπουδαστές ρίχνουμε από ένα μπουκετάκι βιολέτες. Ο Γερμανός Διοικητής της Αθήνας καταθέτει ένα στεφάνι: “Deutschland zu Palamas”.
Ο λογοτέχνης Κατσίμπαλης και ο συγγραφέας Δ. Γιαννουκάκης αρχίζουν να ψελλίζουν τον Εθνικό μας Ύμνο. Ακουλουθούμε όλοι βροντόφωνα. Αναταραχή στους γύρω μισθοφόρους ντυμένους ανίερα τσολιάδες. Ο Γερμανός τούς σταμάτησε με μια διαταγή του χεριού και στέκεται κι αυτός προσοχή.
Για ένα λεπτό λευτερώθηκε η Ελλάδα.


Ο Ντίνος Ηλιόπουλος θυμάται τα γυρίσματα μιας σκηνής από την απολαυστική κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες»

Στο Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες» ο Χατζηχρήστος κι εγώ σε μια σκηνή πρέπει να πηδήξουμε απ’ το παράθυρο, για να το σκάσουμε από έναν υποτιθέμενο φονιά. Σκηνοθετεί ο συγγραφέας Αλέκος Σακελλάριος και μας δείχνει στην Μπουμπουλίνας ένα παράθυρο στο 2ο πάτωμα. «Από κει», μας λέει. «Είστε;» Βέβαια οι πυροσβέστες από κάτω θα ήταν με τεντωμένο πανί. «Εντάξει», του λέμε, «είμαστε». Ανεβαίνουμε. Ένας πυροβέστης μας λέει: «Δεν είναι τίποτα. Να έτσι». Και μας κάνει επίδειξη πώς να πέσουμε τεχνικά. Πηδάει και ακούμε ένα μπαμ κι ένα ωχ, αφού δεν κράταγαν αρκετά τεντωμένο το πανί οι συνάδελφοί του. «Ποιος θα πηδήσει πρώτος;» φωνάζει από κάτω ο Σακελλάριος. «Εγώ», του φωνάζω, για να πάρω γρήγορα την κρυάδα. Ανεβαίνω στο περβάζι. «Έτοιμος;» φωνάζει ο οπερατέρ μας, ο άσος Ντίντης Καρύδης – Φουξ.
Βλέπω το χάος, τα πόδια μου τρέμουν. Γυρίζω στον Χατζηχρήστο: «Μωρέ Κώστα, φοβάμαι», του λέω. Ο Κώστας κοιτάζει κάτω, βλέπει που όλο το Πολυτεχνείο είχε μαζευτεί να δει και μου λέει: «Τώρα εκτεθήκαμε, πέθανε! «Και πηδάω κι ακολουθεί κι εκείνος. Η σκηνή είχε πετύχει.